Από το 1996 η Τοπική Εκκλησία της Σάμου με σχετική απόφαση του οικείου Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου κ. Ευσεβίου έχει καθιερώσει να συνεορτάζονται από κοινού το πρώτο Σαββατοκύριακο του Αυγούστου όλοι οι τοπικοί άγιοι του νησιού. Ανάμεσα σ’ αυτούς συγκαταλέγονται και οι στρατιωτικοί άγιοι Γρηγόριος, Θεόδωρος και Λέων (4ος μ.Χ. αιώνας), εσφαλμένα όμως αναγραφόμενοι και μνημονευόμενοι στη Σάμο ως «μάρτυρες», αφού σύμφωνα με τα συναξάριά τους δεν υπέστησαν μαρτυρικό θάνατο. Το ουσιαστικό όμως πρόβλημα δεν βρίσκεται στην εσφαλμένη μνημόνευσή τους, αλλά στη γεωγραφική σύγχυση που προκλήθηκε αναφορικά με τον τόπο καταφυγής, ασκήσεως και κοιμήσεώς τους. Έτσι  οι τρεις αυτοί άγιοι δεν έχουν απολύτως καμία σχέση με το αιγαιοπελαγίτικο νησί της Σάμου, αλλά με τη Σάμο του Ιονίου Πελάγους που είναι η Κεφαλονιά. Ενδεικτικό είναι το γεγονός ότι από την αρχαιότητα και σύμφωνα με τις υπάρχουσες ιστορικές πηγές τόσο ολόκληρο το νησί της Κεφαλονιάς όσο και το ανατολικό του τμήμα, όπου βρίσκεται η κωμόπολη της Σάμης, γνωστής στα αρχειακά κείμενα ως «ρίβα της Σάμος», φέρουν τη διπλή διαχρονική ονομασία με τα ονόματα Σάμος και Σάμη. Άλλωστε η ιστορική και γεωγραφική αυτή πραγματικότητα της Κεφαλονιάς έχει διατηρηθεί μέχρι σήμερα, αφού η περίφημη παραλία πλησίον της Σάμης φέρει την προσωνυμία «Αντίσαμος», ενώ όταν αναφέρονται οι Κεφαλλήνες στην αιγαιοπελαγίτικη νήσο Σάμο, την ονομάζουν «Σάμο του Λεβάντε» για να κάνουν σαφή τη διάκριση από τη Σάμο της Κεφαλονιάς που είναι η Σάμη και η ευρύτερη περιοχή της. Η  εσφαλμένη συναρίθμηση των τριών στρατιωτικών αγίων στο σαμιακό αγιολόγιο στηρίχθηκε σε δύο Σαμίους ιστορικούς μελετητές και συγγραφείς, τον Επαμεινώνδα Σταματιάδη και τον Μανώλη Βαρβούνη, οι οποίοι παρακινούμενοι από υπέρμετρο τοπικιστικό ενθουσιασμό απέδωσαν χωρίς περαιτέρω έρευνα και σκέψη το τοπωνύμιο «Samos», το οποίο υπάρχει στα δύο σωζόμενα περί των αγίων λατινικά συναξάρια του 14ου αιώνα, στη Σάμο του Αιγαίου Πελάγους. Όμως η επίγεια παρουσία των αγίων στο αιγαιοπελαγίτικο νησί δεν επιβεβαιώνεται και δεν μαρτυρείται ούτε μέσα από κάποιο ιστορικό αρχαιολογικό εύρημα ούτε μέσα από την επιχώρια προφορική παράδοση και λατρευτική τιμή. Απεναντίας στην Κεφαλονιά και ειδικότερα στην περιοχή της Σάμης, όπου κατέφυγαν, ασκήτευσαν και εκοιμήθηκαν οσιακώς οι τρεις ομολογητές άγιοι, ανεγέρθηκε σύμφωνα με τις αδιαμφισβήτητες συναξαριακές πηγές στον χώρο, όπου αποκαλύφθηκαν θαυματουργικά τα άφθαρτα ιερά σκηνώματά τους, Μονή επ’ ονόματί τους, η περιώνυμη Μονή των Αγίων Φανέντων, η οποία αποτελεί εδώ και αιώνες το επίκεντρο της τιμητικής προσκυνήσεως των τριών ομολογητών και παλαιότερων αγίων της Κεφαλονιάς. Πλουσιότατη είναι και η κεφαλληνιακή προφορική και εικονογραφική παράδοση για τους τρεις αγίους σε αντίθεση με την ανυπαρξία αντίστοιχης στην αιγαιοπελαγίτικη νήσο Σάμο, όπου στην ιστορηθείσα το 1996 σύγχρονη εικόνα της  Συνάξεως των Σαμιωτών Αγίων οι τρεις άγιοι έχουν αγιογραφηθεί ως συνομήλικοι σε νεαρά ηλικία. Το  γεγονός  αυτό έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τη σαφή ηλικιακή τους διαφορά, όπως αυτή σκιαγραφείται λεπτομερώς στα συναξάρια και αποτυπώνεται εικονογραφικά  στην παλαιότερη σωζόμενη και αριστοτεχνική τους εικόνα που χρονολογείται το 1654 και προέρχεται από την ομώνυμη Μονή της Κεφαλονιάς, αλλά και στη  φυλασσόμενη στον Ιερό Μητροπολιτικό Ναό Ευαγγελιστρίας Αργοστολίου αριστουργηματική σύγχρονη  εικόνα των εν Κεφαλληνίᾳ Αγίων. Γι’ αυτό και η επιστημονική έρευνα και μελέτη πρέπει να διεξάγεται με ιδιαίτερη προσοχή, ώστε να αποφεύγονται τυχόν λανθασμένα συμπεράσματα που παραποιούν και αποπροσανατολίζουν την ιστορική και γεωγραφική πραγματικότητα. Για παράδειγμα μέσα από την πρόταση «Το πλοίο προσάραξε στον Πόρο» δεν είναι αυτονόητο ότι πρόκειται για το γνωστό νησί του Αργοσαρωνικού,  αφού το ίδιο τοπωνύμιο φέρει  γνωστό λιμάνι και παραθαλάσσιο χωριό της Κεφαλονιάς. Παρόλα αυτά η τιμή των αγίων δεν γνωρίζει γεωγραφικά σύνορα και τοπικούς περιορισμούς, αρκεί όμως να συνοδεύεται από την αδιαμφισβήτητη ιστορική αλήθεια και πραγματικότητα.

Γ.Θ.Λ.