Σύμφωνα με δημοσίευμα του Bloomberg οι εκροές καταθέσεων τον Ιανουάριο εκτινάχθηκαν στο επίπεδο ρεκόρ των 11 δις ευρώ. Αυτό μεταφράζεται σε εκταμιεύσεις, 500 εκ ευρώ την ημέρα κατά μέσο όρο (εργάσιμες ημέρες) κατά τη διάρκεια του μήνα.

Αν τα στοιχεία είναι ακριβή τότε οι καταθέσεις ελληνικών νοικοκυριών και επιχειρήσεων έχουν  μειωθεί κοντά στα 149,3 δις ευρώ, κάτω από το ναδίρ του 2012, στα 150,6 δις ευρώ και στο χαμηλότερο επίπεδο από το 2005.

Σε σχετικό με το θέμα άρθρο με τίτλο «Άρχισαν οι εκροές καταθέσεων;» που δημοσιεύτηκε στις 05 Ιανουαρίου είχα αναφερθεί στην διαφαινόμενη τάση ρεκόρ εκροής καταθέσεων υποστηρίζοντας ότι οι ελληνικές τράπεζες θα μπορούσαν να αντέξουν μέχρι και 10-15 δις ευρώ σε εκροές, όμως «.., αν , αν οι εκροές ξεπεράσουν αυτό το ορόσημο και αρχίσουν να κινούνται προς τα 15 ή και τα 20 δις ευρώ, τότε η εξασφάλιση ρευστότητας θα αρχίσει να γίνεται έντονα προβληματική και η στροφή στον Έκτακτο Μηχανισμό Παροχής Ρευστότητας (ELA) της Τράπεζας της Ελλάδας ίσως γίνει αναπόφευκτη».

Η αποσύνδεση της ισοτιμίας του φράγκου από το ευρώ έκανε τις ελληνικές τράπεζες να στραφούν νωρίτερα στον ELA αλλά ακόμη δεν έχουν αντλήσει έκτακτη ρευστότητα. Με τις εκροές καταθέσεων, όμως, να έχουν φτάσει στα 14 δις ευρώ και με τους ρυθμούς που κινούνται φαίνεται πως αυτή η στιγμή είναι πολύ κοντά.

Και όπως είχε αναφερθεί στο ίδιο άρθρο «εκεί θα αρχίσει ένα σημαντικό πρόβλημα για την Ελλάδα, ιδιαίτερα αν βρίσκεται σε διαδικασία διαπραγμάτευσης για τους όρους του Μνημονίου και το χρέος  (γιατί) … σύμφωνα με το  άρθρο 14.4 του καταστατικού της ΕΚΤ, εάν μια άλλη κεντρική τράπεζα ή η ΕΚΤ, έχουν ένσταση, τότε το θέμα τίθεται σε ψηφοφορία σε συνεδρία του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΚΤ,  όπου η θέση υπέρ ή κατά του ELA περνά με ειδική πλειοψηφία δύο τρίτων. Έτσι, σε περίπτωση ένστασης από ένα κράτος μέλος και ιδιαίτερα υπό καθεστώς διαπραγμάτευσης, η πλειοψηφία των δύο τρίτων για την εξασφάλιση ρευστότητας για τις ελληνικές τράπεζες μέσω του ELA δε μπορεί να θεωρείται δεδομένη».

Έτσι εξαιτίας της εκροής καταθέσεων ρεκόρ η ρευστότητα του ελληνικού τραπεζικού συστήματος και κατά συνέπεια η ικανότητα της Ελλάδας να εξυπηρετήσει το χρέος της, σύντομα θα εξαρτάται απόλυτα από την ΕΚΤ και τους Ευρωπαίους εταίρους της και αυτό θα αποδυναμώσει τη διαπραγματευτική της ισχύ.

Όπως είχα υποστηρίξει στις 05 Ιανουαρίου «σε αντίθεση με προηγούμενα έτη που το ελληνικό τραπεζικό σύστημα μπορούσε να ‘χτυπηθεί’ τόσο απ’ έξω όσο και από μέσα, σήμερα η μοναδική απειλή είναι εγχώρια και έχει να κάνει με το αν οι καταθέτες ‘σηκώσουν’ χρήματα ή όχι και σε ποιο βαθμό .. προς το παρόν, το πρώτο χτύπημα δόθηκε το Δεκέμβριο σε μία ένδειξη πως θα ακολουθήσει και δεύτερο, πιθανόν ισχυρότερο τον Ιανουάριο» ενώ είχα κλείσει με την ευχή «να επικρατήσει σύνεση και οι Έλληνες να αποφύγουν να ‘αυτοπυροβοληθούν’».

Εκταμιεύοντας χρήματα από την Ελλάδα και μεταφέροντας τα σε άλλες χώρες, όπως η Γερμανία , που αποτελεί ένα συνήθη προορισμό, στην ουσία δημιουργείται μία τεχνητή διάκριση μεταξύ του «ελληνικού» και του «γερμανικού» ευρώ (ή του γαλλικού κλπ). Και για κάθε ευρώ που εκταμιεύεται από τη χώρα μεγαλώνουν αντιστοίχως οι υποχρεώσεις της Τράπεζας της Ελλάδας στο ευρωσύστημα, αυξάνοντας την εξάρτηση της Ελλάδας από τους δανειστές /εταίρους της, σε μία φάση που προσπαθεί να διαπραγματευτεί μαζί τους.

Και αν και η ελληνική θέση ότι η χώρα πρέπει να ανασάνει από το βάρος του χρέους της είναι σωστή, η αποδυνάμωση της διαπραγματευτικής της ισχύς μέσω της αύξησης της εξάρτησης της από τους δανειστές της δεν πρόκειται να βοηθήσει καθόλου στην υποστήριξη της.

Από το aftodioikisi.gr

* Το άρθρο του κ. Παναγιώτου δημοσιεύτηκε στις 31 Ιανουαρίου στο www.analitis.gr