skip to Main Content
An

1ο Μουσικοθεατρικό Φεστιβάλ Κεφαλονιάς: Τα διαμάντια, οι τρεις Νίκοι… και τα παρατράγουδα

Ολοκληρώθηκε εχθές το βράδυ το 1ο Μουσικοθεατρικό Φεστιβάλ Κεφαλονιάς. Οι εντυπώσεις που άφησε ήταν θετικές αφού είδαμε μερικές εξαιρετικές παραστάσεις. Όμως δεν έλειψαν οι… αστοχίες και τα παρατράγουδα. Επτά έργα, δύο ακυρώσεις αλλά και… πολλές αναποδιές συνέθεσαν ένα θεατρικό σκηνικό που, τελικά, παρά τις γκρίνιες και κάποιες… αρπαχτές, θα πρέπει να γίνει θεσμός στην Κεφαλονιά.

Πρώτη διαλογής; Για κάποια, ναι.

Το φεστιβάλ είχε σαν προγραμματικό στόχο να φέρει παραστάσεις «πρώτης διαλογής» στην Κεφαλονιά. Το είδαμε αυτό σε παραστάσεις όπως η Αναφορά στον Γκρέκο και το αφιέρωμα στον Νίκο Γκάτσο. Από την άλλη είδαμε και παραστάσεις που απογοήτευσαν, για να μην πούμε ότι αποτελούν ύβρεις, αν όχι για το θέατρο, σίγουρα πάντως για το κεφαλονίτικο κοινό. Οι Κεφαλονίτες, με 4 ερασιτεχνικές ομάδες να δραστηριοποιούνται δυναμικά στο νησί, μόνο άσχετοι με το θέατρο δεν είναι για να μπορούν να ανέχονται παραστάσεις όπως το «Πώς να απαγάγετε έναν τραπεζίτη» και ακόμα χειρότερα το «Στρας», τουλάχιστον έτσι όπως παρουσιάστηκαν, μόνο και μόνο επειδή πρωταγωνιστούν «γνωστά ονόματα».

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή

Ο κατακλυσμός του Αρζόγλου…

Το 1ο Μουσικοθεατρικό Φεστιβάλ άρχισε με δύο ατυχίες: α) έπεσε πάνω στην μεγάλη κακοκαιρία και β) ξεκίνησε με το «Πώς να απαγάγετε έναν τραπεζίτη».

 

 

Η παράσταση του κατά τ’ άλλα συμπαθή Κώστα Αρζόγλου δύσκολα θα μπορούσε να σταθεί ως παιδική ή εφηβική παράσταση στον Κέφαλο, αφού είδαμε λάθη που δεν βλέπουμε ούτε στις παιδικές σκηνές του νησιού μας.
Κι όσοι νομίζουν ότι υπερβάλω, ας ρωτήσουν τα 10χρονα και 12χρονα του Ερασιτεχνικού ή του Εργαστηρίου της ΚΕΔΗΚΕ αν είναι σκόπιμο να παίζουμε με πλάτη στο κοινό όπως έπαιζε ο Αρζόγλου σε κάποιες σκηνές του έργου, αν το να ψιθυρίζεις είναι θεατρική ή κινηματογραφική πρακτική και αν είναι ωραίο να ακούς επί σκηνής όλα όσα θα έπρεπε να φανταστείς ή να συμπεράνεις από τη δράση.
Το πολυβραβευμένο και πολυδιαφημισμένο έργο, τουλάχιστον στην ελληνική του μετάφραση, το βρήκα παιδαριώδες, παρά το γεγονός ότι αναφέρεται στην Πορτογαλία της κρίσης και θα μπορούσε να «χτυπήσει φλέβα» στην Ελλάδα της… κρισάρας.
Παρ’ όλα αυτά, ο Αρζόγλου ήταν ανεξήγητα κακός (τον είδαμε στην πρώτη από τις 2 παραστάσεις), υπήρχαν στιγμές που ήταν σχεδόν αδύνατο να ακουστεί, έπαιζε με μία αδικαιολόγητη νωχελικότητα σε μία παράσταση συνολικά άνευρη, αδιάφορη και σε πολλά σημεία βαρετή μέχρι αποπληξίας.
Η… (ο θεός να την κάνει) κριτική στο σύστημα ήταν πιο επιδερμική κι από Nivea, οι χαρακτήρες έμοιαζαν με καρικατούρες που γεννήθηκαν δύο λεπτά πριν την παράσταση και πέθαναν αμέσως μετά, χωρίς παρελθόν, χωρίς βάθος, χωρίς συγκρούσεις.
Ο κακός και κυνικός τραπεζίτης που δεν τον αγαπά ούτε η σκιά του, η εξίσου κυνική δικηγόρος που κατά βάθος όμως της έχει μείνει λίγη καρδιά και οι απαγωγείς που «αμάρτησαν για το παιδί τους» και για την «άτιμη τραπεζοκρατία που άλλους τους ανεβάζεις και άλλους τους ρίχνεις στα τάρταρα».
Ο Armando Nascimento Rosa είναι ένας από τους πιο πετυχημένους Πορτογάλλους θεατρικούς συγγραφείς, όμως το έργο παρά τις καλές κριτικές που αναφέρεται ότι έχει πάρει, έτσι όπως παρουσιάστηκε τουλάχιστον στον Κέφαλο, δεν πείθει ούτε παιδί δημοτικού.
Διεκπεραιωτικές φάνηκαν οι ερμηνείες της Στέλλας Παπαδημητρίου και των άλλων δύο ηθοποιών (Χρήστος Ευθυμίου και Χάρης Μαυρουδής) όμως νομίζουμε ότι, ειδικά την πρώτη, την αδίκησε η ίδια η παράσταση. Τουλάχιστον η δικηγόρος φέρνει και την μοναδική ενδιαφέρουσα ανατροπή στο έργο.
Οι αντιδράσεις του κοινού:
Σε κάθε παράσταση του φεστιβάλ «μετρήσαμε», κατά το δυνατόν, τις αντιδράσεις του κοινού και θα σας τις μεταφέρουμε. Στην πρώτη παράσταση, που άνοιξε και το φεστιβάλ, μετρήσαμε και τους θεατές… Ήταν περίπου 30-35 (λόγω της κακοκαιρίας, επαναλαμβάνω). Μιλήσαμε με περίπου 6-7 από αυτούς. Στον ένα άρεσε και η παράσταση και ο Αρζόγλου. Οι υπόλοιποι βρήκαν την παράσταση από χάλια μέχρι μαύρο χάλι.

 

Στο Φαλιμένο του Κόσμου

Στον Νικόλα Άσιμο δεν ταιριάζουν τα μνημόσυνα ούτε οι αγιογραφίες· άλλωστε θα τον έκαναν και τον ίδιο έξαλλο.
Ήταν αντισυμβατικός, προκλητικός, προβοκάτορας, επαναστάτης, αυτοκαταστροφικός και για πολλούς παράφρων. Στα τελευταία του χρόνια μπαινόβγαινε στα ψυχιατρεία, όμως ποτέ δεν θα καταλάβουμε με σιγουριά αν τελικά ήταν αυτός ο τρελός ή όλοι οι υπόλοιποι.
Πάνω απ’ όλα, τα τραγούδια, οι πρόζες και τα σκέτς του, αυτά που έμοιαζαν συχνά με παραληρήματα ημίτρελου, σήμερα αποδεικνύεται ότι ανήκαν, ανήκουν και θα ανήκουν στην ποιητική κληρονομιά αυτού του τόπου.
Πέρα από τα τραγούδια-εμβλήματα όπως ο Μπαγάσας, το Εγώ με τις Ιδέες μου, το Γιουσουρούμ, κ.α. ο Άσιμος άφησε μια μουσική και ποιητική δουλειά που θα μπορούσε να είχε γραφτεί σήμερα, θα μπορούσε να έχει γραφτεί πριν 10 χρόνια, θα μπορούσε με κάποιο μαγικό τρόπο να έχει έρθει από το μέλλον. Βουτώντας με ευκολία από το μπλουζ μέχρι το ρεμπέτικο κι από την φάρσα μέχρι την τραγωδία, ο Νικόλας μοιάζει να καθαρίζει στην κολυμπήθρα της τέχνης του, τις πληγές από τις αμαρτίες όλης της μεταπολεμικής Ελλάδας. Υποκρισία, συγκεκαλυμμένη παλιανθρωπιά, μιμητισμός, επαρχιωτισμός και κόμπλεξ μιας παρελθοντικής ανωτερότητας που γίνονται βρόγχος, συνήθως γι’ αθώους.
Ο ίδιος κατάληξε σε μια τέτοια θηλιά, με μια κατηγορία για βιασμό να αιωρείται πάνω απ’ το κεφάλι του και με τους, πότε φωτεινούς και άλλοτε κατασκότεινους λαβύρινθους του μυαλού του, τελικά να τον εγκλωβίζουν και να τον θάβουν μέσα τους.

Νικόλα έπρεπε να ήσουν εκεί…

Η παράσταση που είδαμε στον Κέφαλο είχε όλα όσα θυμόμαστε από τον Άσιμο. Την ευαισθησία, το παιχνίδι, το ταλέντο και την εκρηκτική του φύση. Ο Λεωνίδας Κακούρης, αρχικά με μια πολύ καλή μίμηση και τελικά με μια γερή βουτιά στην ψυχοσύνθεση, την κινησιολογία και την θεατρικότητα του ίδιου του Νικόλα, βγάζει έναν Άσιμο πειστικό αλλά και δραματικό, που λειτουργεί θεατρικά χωρίς να προδίδει το ύφος και τον χαρακτήρα του.
Πολύ καλοί και κυρίως ακομπλεξάριστοι οι μουσικοί που τον πλαισιώνουν, αποδίδουν με πιστότητα αλλά και με ένα ταιριαστό παρεΐστικο ύφος τα τραγούδια του, δημιουργώντας ένα κλίμα αληθινής και όχι μουσειακής συγκίνησης.
Ο κόσμος ευχαριστήθηκε την παράσταση που τελικά άγγιξε ακόμη κι αυτούς που μισούν την αναπαλαίωση των προσωπικών τους ηρώων και που εύκολα θα θεωρούσαν ψεύτικο οτιδήποτε δεν προερχόταν από τον ίδιο τον καλλιτέχνη.
Τελικά, το μόνο που έλειψε από την παράσταση ήταν ο ίδιος ο Νικόλας. Να μπορούσε για λίγο να δει, εκεί απ’ τον εξώστη του Κέφαλου, το πώς σε έναν χώρο τόσο διαφορετικό από τα Εξάρχεια και σ’ έναν χρόνο τόσο διαφορετικό από την δεκαετία του 70 και του 80, όλα του τα τραγούδια μοιάζουν τόσο ζωντανά, τόσο προφητικά και, τελικά, τόσο δικαιωμένα, όσο ποτέ.

Ο Γκάτσος που αγάπησα

«Ο Νίκος Γκάτσος είναι κάτι σαν ένα μετέωρο που αιωρείται στον ουρανό του πολιτισμού μας». Κάπως έτσι είχε περιγράψει τον μεγάλο ποιητή ο Διονύσης Σαββόπουλος. Κι αυτή η περιγραφή μοιάζει να ταιριάζει  απόλυτα στον σοφό «κύριο Νίκο», τον πραγματικό και παντοτινό φωτοδότη του ελληνικού τραγουδιού και της ελληνικής ποίησης.
Με ορόσημο την Αμοργό και αστέρια τριγύρω τα εκατοντάδες τραγούδια του, ο Γκάτσος τροφοδότησε την ελληνική μουσική με ποιητικούς μύθους, εμπνευσμένους και ακέραιους, που φτάνουν για να μεγαλώσουν γενιές και γενιές.
Κάθε στίχος του είναι μετρημένος σαν από χάρακα κι αλφάδι και κάθε τραγούδι του είναι ολοκληρωμένο σαν μια ολόκληρη ζωή. Κι όσο περνούν τα χρόνια, κι όσο μπαίνουμε πιο βαθιά σε εποχές απομάγευσης και κυνικής ηλιθιότητας ή ηλίθιας κυνικότητας, ο Γκάτσος θα αποτελεί έναν παντοτινό φάρο ή όπως ίσως έλεγε κι ο ίδιος ο Σαββόπουλος: «Ένα μετέωρο που φωτίζει, όλο και πιο δυνατά…»

Το κοινό σέβεται αυτούς που το σέβονται

Η παράσταση με την Καραμπέτη και τον Μητσιά ήταν μία απόδειξη ότι το κοινό ξέρει να σέβεται αυτούς που το σέβονται. Ο Μανώλης Μητσιάς είχε κάποιο μικρό αλλά εμφανές πρόβλημα με τη φωνή του (αν κατάλαβα καλά, κάποιο κρυολόγημα), κάτι που τον δυσκόλευε στο τραγούδι κάποιες στιγμές. Το κοινό, όσες φορές εκείνος δυσκολεύτηκε, τον χειροκροτούσε πιο θερμά και τον εμψύχωνε, δείχνοντάς ότι ξέρει να σέβεται αυτούς που το σέβονται.
Πέρα απ’ αυτό το μικρό πρόβλημα, και οι δύο καλλιτέχνες προσπάθησαν να δώσουν τον καλύτερό τους εαυτό και απέδωσαν σε μεγάλο βαθμό το ύφος αλλά και την αισθητική των τραγουδιών. Η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη αναμετρήθηκε με ιστορικές ερμηνείες (π.χ. της Φαραντούρη στα Παράλογα ή της Μελίνας Μερκούρη, της Βίκυ Μοσχολιού κ.α.) και βγήκε αλώβητη, αναβαπτίζοντας μάλιστα μερικά από τα τραγούδια. Πρόσθεσε πολλά με τη δική της έντονη αλλά όχι παράταιρη θεατρικότητα και υπήρξαν στιγμές που πραγματικά συγκλόνισε.
Ο Μανώλης Μητσιάς είναι πάντα ο καλός και σοβαρός καλλιτέχνης που εμπιστεύτηκαν τόσοι και τόσοι συνθέτες και με την ιδιαίτερη, σχεδόν βυζαντινή φωνή του, αφήνει πάντα την δική του σφραγίδα στα τραγούδια που ερμηνεύει.
Τέλος, πραγματικά εξαιρετικοί οι δύο μουσικοί, ο Αχιλλέας Γουάστωρ στο πιάνο και ο Ηρακλής Ζάκκας στο μαντολίνο και το μπουζούκι.
 
Η αντίδραση του κοινού: Η παράσταση αυτή πραγματικά ενθουσίασε. Ο κόσμος συμμετείχε, πότε χειροκροτώντας ρυθμικά και πότε τραγουδώντας, εμψύχωνε τους καλλιτέχνες και έδινε πίσω ότι του έδιναν. Στο τέλος δεν ακούσαμε άνθρωπο να πει κακή κουβέντα γι’ αυτό που είδε και γι’ αυτό που άκουσε, αντίθετα οι περισσότεροι ήταν ενθουσιασμένοι. Αν υπήρχε βραβείο κοινού για το φεστιβάλ, αυτό μάλλον θα το έπαιρναν η Καρυοφυλλιά, ο Μανώλης και ο… κύριος Νίκος.

Αναφορά στον Γκρέκο

Ο τρίτος Νίκος του φεστιβάλ ήταν ο Νίκος Καζαντζάκης. Η Αναφορά στον Γκρέκο, η αυτοβιογραφική μυθιστορία του μεγάλου συγγραφέα ερμηνευμένη από τον Τάκη Χρυσικάκο αποτελεί από μόνη της μία παράτολμη προσπάθεια. Πόσο μάλλον όταν με έναν μονόλογο ο ηθοποιός τολμά να αποδώσει όλους τους χαρακτήρες αλλά και όλες τις ηλικίες του συγγραφέα.

Για να πω την αλήθεια αρχικά ξαφνιάστηκα. Ο Καζαντζάκης του Χρυσικάκου μου φάνηκε πιο ζωηρός απ’ ότι περίμενα, δεν περιείχε τον ασκητισμό και οικονομία που ήθελα, δεν είχε αυτό το βαρύ και αργόσυρτο πνευματικό χαρακτήρα που φανταζόμουν ότι θα ταίριαζε στον συγγραφέα ακόμη κι όταν περιέγραφε τα παιδικά του χρόνια. Ήταν πιο ζωηρός, πιο αλέγκρος, πιο… να τολμήσω να πω, Επτανήσιος.

Όμως όσο προχωρούσε η παράσταση και ξεδιπλωνόταν όλο και περισσότερο ο εκφραστικός πλούτος του, οι ανεπαίσθητες αλλαγές που μετέφεραν την δράση πότε στον κλειστοφοβικό χώρο ενός γραφείου και πότε στην απεραντοσύνη της θάλασσας, όταν έβλεπα τον ηθοποιό να μεταμορφώνεται πότε σε ένα αθώο παιδί και πότε σε έναν χαραγμένο απ’ τη ζωή ενήλικα, πότε σε έναν σοφό δάσκαλο και πότε σε έναν μαθητή του Ζορμπά, οι ενστάσεις υποχώρησαν.

Ο Χρυσικάκος, δεν ξέρω αν κάνει έναν πειστικό Καζαντζάκη, κάνει όμως έναν συναρπαστικό ήρωα που πολλές φορές καθηλώνει με την ερμηνεία του. Ειδικά η αναγγελία του θανάτου του Ζορμπά από τον ίδιο τον συγγραφέα ήταν πραγματικά συγκλονιστική με σοφή και μετρημένη γραμμή κορύφωσης μέχρις αυτήν.

Ο διάλογος

Όμως, ο μονόλογος του Καζαντζάκη, ή του Χρυσικάκου αν προτιμάτε, δεν στεκόταν μόνος του. Είχε διάλογο.

Η μουσική της κιθάρας του εξαιρετικού Χρυσόστομου Καραντωνίου αλλά και η σχεδόν υπερβατική ερμηνεία της Γεωργίας Νταγάκη στη φωνή και τη λύρα έδιναν στην παράσταση αυτή την επαφή με την κρητική γη, την κρητική παράδοση και τον κρητικό εξωτισμό που ζητούσε.

Η Νταγάκη μοιάζει ώρες ώρες με αερικό, και άλλοτε με ιέρεια. Η φωνή της είναι πότε εύθραυστη και πότε διαπεραστική. Μπορεί να τραγουδά πότε σαν κορίτσι και πότε σαν γυναίκα αλλά και να παίζει τη λύρα πότε σαν άντρας και πότε καλύτερα από άντρας, αν μου επιτρέπετε τον σεξισμό.

Η αντίδραση του κοινού: Η αντίδραση του κοινού ήταν πολύ θετική έως ενθουσιώδης. Δεν άκουσα άνθρωπο να μην δηλώνει ενθουσιασμένος με την ερμηνεία του Χρυσικάκου ενώ κανείς δεν συμμερίστηκε τις όποιες ενστάσεις μου.

WOYZECK

Περίμενα την συγκεκριμένη παράσταση με μια μικρή αγωνία. Από τη μία η προσπάθεια που κάνουν τα δύο νεαρά (και πρόσφατα νυμφευμένα) παιδιά (Κώστας Φραντζής, Ελένη Παργινού) ξέρω ότι είναι φιλότιμη. Από την άλλη πώς να αναμετρηθείς με επαγγελματικές παραγωγές, με γνωστούς ηθοποιούς και μάλιστα με ένα έργο δύσκολο και απαιτητικό όπως ο Woyzeck. Πηγαίνοντας στην πρόβα την προηγούμενη ημέρα, για να πω την αλήθεια, ησύχασα. Ήξερα, ότι όσα λάθη κι αν έκαναν οι ερασιτέχνες ηθοποιοί, η παράσταση θα ήταν τουλάχιστον συμπαθητική.

Το «τερμάτισαν»

Τελικά αυτό που είδαμε στον Κέφαλο ήταν υπεράνω κάθε προσδοκίας. Θα μου επιτρέψετε να πω ότι, για ερασιτεχνική παράσταση, πραγματικά το… «τερμάτισαν». Δεν πάει άλλο… ενώ άνετα στέκει και σε επαγγελματικό επίπεδο. Ειδικά αν τις συγκρίνουμε με κάποιες από τις παραστάσεις που ήρθαν εδώ…
Ο Woyzeck της Παργινού, του Φραντζή, της Ντε Ροζάριο και όλων των άλλων συντελεστών έχει όλα όσα θα θέλαμε από μία σύγχρονη παράσταση. Φυσικά λησμονήθηκε αμέσως το… ερασιτεχνικό του πράγματος, όταν είδαμε τους ηθοποιούς να μοιάζουν με μια καλοκουρδισμένη μηχανή που εκτελούσε ένα σπονδυλωτό, ευφάνταστο, πρωτοποριακό θεατρικό σύμπλεγμα γεμάτο ιδέες, έμπνευση, κίνηση, συγκίνηση.
Ειδικά ο συντονισμός των ηθοποιών στις απαιτητικές σκηνές των αντιστικτικών διαλόγων και των «χορωδιακών» μονολόγων ήταν πραγματικά απίστευτος. Οι ιδέες γι’ αυτόν τον σχεδόν λυσσαλέο αγώνα του Βόυτσεκ με τον «ηθικό περίγυρο», ο γρήγορος εγκλωβισμός του σε έναν μηχανισμό «ηθικής εξουσίας», και η σχεδόν αυτοκτονική δολοφονία που διαπράττει, διαδέχονταν συναρπαστικά η μία την άλλη, χωρίς όμως αυτό να μοιάζει με μία επιδεικτική παράταξη άσχετων σκηνών. Όλα είχαν ένα νόημα.

Η Παργινού στήνει μαεστρικά ένα καμβά όπου όλες οι φωνές μοιάζουν να γίνονται μία που τελικά εγκλωβίζει τον ήρωα και τον οδηγεί στην καταστροφή. Ο Μπύχνερ δεν γίνεται σε κανένα σημείο διδακτικός ή καταγγελτικός, ούτε και ο Βόυτσεκ της Παργινού όμως.
Όλα μοιάζουν με την προσεκτική ανατομία ενός πτώματος, του πτώματος, όχι της δολοφονημένης αγαπημένης του Βόυτσεκ, όσο των επιθυμιών του ήρωα και τελικά του ίδιου. Μιας ανατομίας επίσης που δείχνει το πώς δημιουργείται σε μία κοινωνία η έννοια του κακού. Και πώς αυτή η έννοια αντί να προστατεύει τα μέλη της σπέρνει πολλές φορές από μόνη της τον όλεθρο.
Αξίζει να σημειώσουμε επίσης την απόλυτα ταιριαστή μουσική του Κώστα Φραντζή (ο ίδιος την ονομάζει «ηχοτοπία») αλλά και τα ονόματα όλων των συντελεστών που τους αξίζουν πραγματικά συγχαρητήρια.
Το μακιγιάζ έκανε η Αλεξάνδρα Παπαδάτου, τους φωτισμούς ο Γρηγόρης Μαυρογιάννης και ο Γεράσιμος Βαγγελάτος ενώ έπαιξαν οι: Άννα Καλυβιώτη, Δέσποινα Σταύρου, Διονυσία Πολλάτου, Ελένη Μεσολωρά, Τζίνα Κακάβα, Μπάμπης Παπαϊωάννου, Κώστας Αλιβιζάτος.
Η αντίδραση του κοινού: Η αντίδραση του κοινού ήταν στην πλειοψηφία από θετική έως πολύ θετική, κάτι που από μόνο του αποτελεί μεγάλη επιτυχία, ειδικά για μία τόσο «δύσκολη» παράσταση. Να καταγράψω επίσης ότι ακούσαμε και ένα «ό,τι χειρότερο έχω δει μέχρι σήμερα», κάτι που βρίσκω χαριτωμένο και απαραίτητο. Επίσης να καταγράψουμε στις αντιδράσεις την ώρα της παράστασης, και το πιο σημαντικό ίσως, ότι άνθρωποι που δεν είχαν δει μέχρι σήμερα παρόμοιες παραστάσεις, (ας τις πούμε πειραματικού θεάτρου, ας τις πούμε μοντέρνου…) συγκινήθηκαν, χωρίς μάλιστα να μπορούν, κάποιοι απ’ αυτούς, να καταλάβουν το γιατί.

Strass: Πολύ κακό για το τίποτα…

Το Strass ήταν μάλλον η χειρότερη από τις παραστάσεις που είδαμε στο φεστιβάλ αλλά αυτό δεν ήταν το πιο εκνευριστικό. Αντίθετα αυτό που έσπασε τα νεύρα και οδήγησε αρκετό κόσμο στο να φύγει πριν τελειώσει η παράσταση ήταν το… στυλάκι του Αλέξανδρου Ρήγα, η χωρίς λογική συρραφή των τραγουδιών και τα κρύα αστεία που… σχεδόν πρόσβαλαν.
Το να βλέπεις έναν τύπο να κάθεται σε ένα τραπέζι, στην αρχή χωρίς καν μικρόφωνο (το πήρε όταν άρχισε ο κόσμος να φωνάζει ότι δεν ακούει), μετά να καπνίζει και να πετάει «αστειάκια» της συμφοράς και της ευκολίας μόνο προσβλητικό φάνταζε για όσους άντεξαν να το παρακολουθήσουν ως το τέλος. Και μάλιστα όταν έπιασε το μικρόφωνο και άρχισε να τραγουδάει, η κατάσταση έγινε μάλλον χειρότερη, παρά καλύτερη. Και να σκεφτεί κανείς ότι πρόκειται για έναν αποδεδειγμένα ταλαντούχο δημιουργό.

Εγώ ομολογώ δεν άντεξα. Δεν μπορούσε να με κρατήσει ούτε η φιλότιμη αλλά ανεπιτυχής προσπάθεια της Τρύπη να ερμηνεύσει ένα ποτ-πουρί-αχταρμά τραγουδιών που προσέβαλε τόσο εμάς όσο και τα ίδια τα τραγούδια.

Το μόνο ελαφρυντικό της παράστασης ήταν το γεγονός ότι εμφανώς δεν κάνει για μεγάλους χώρους αλλά είναι προτιμότερο να παίζεται σε μικρά μπαρ ή καμπαρέ ή κάτι παρόμοιο τέλος πάντων. Ίσως με τη συνοδεία ενός ποτού και με τη δυνατότητα κουβέντας με παρέα να ακούγεται καλύτερα ως συνοδεία, αν και προσωπικά θα έπρεπε να πιω ένα μπουκάλι βότκα για να αντέξω τα συγκεκριμένα αστεία του Ρήγα.

Θα μου πεις «Ναι αλλά έτσι δεν σέβεσαι τους καλλιτέχνες, αν τραγουδούν και μιλάς», και το ξαναλέω, η Τρύπη έκανε φιλότιμη προσπάθεια. Ναι, αλλά κι εκείνοι δεν σέβονται τα τραγούδια όταν τα «ξεπετούν» με ένα κουπλέ και ένα ρεφρέν και… πάμε γι’ άλλα, μετρέποντάς τα από τραγούδια σε… παρατράγουδα.

Και αν σας φαίνομαι υπερβολικός, διαβάστε τι γράφει και ο πρόεδρος των φιλολόγων της Κεφαλονιάς, ο Δημήτρης Ζαβιτσιάνος εδώ.

Όσο για την αντίδραση του κοινού, ρωτήστε αυτούς που κατάφεραν να μείνουν μέχρι το τέλος. Για μένα είναι ήρωες… Φαντάζομαι σε κάποιους μπορεί ν’ άρεσε κι όλας…

FAITH

Το Faith ήταν μία παράσταση ίσως δεν διεκδικεί ιδιαίτερες θεατρικές δάφνες αφού κινείται μάλλον σε μια πιο τηλεοπτική αισθητική, αναμιγνύοντας μάλιστα το θέατρο με προ-βιντεοσκοπημένα στιγμιότυπα.

Παρ’ όλα, αυτά, μετά το στραπάτσο του Στρας, φάνηκε κάπως σαν όαση αφού τουλάχιστον ήταν μια «τίμια» προσπάθεια από τους συντελεστές.

Το έργο πραγματεύεται τα προβλήματα ενός ζευγαριού, μιας ψυχοθεραπεύτριας κι ενός σκηνοθέτη. Η σχέση τους περνάει από χίλια κύματα, όμως, προσπαθούν να ξαναβρούν έναν κοινό κώδικα επικοινωνίας. Η γραφή είναι σύγχρονη και σίγουρα κάποια ζευγάρια, ειδικά όσα βρίσκονται σε μακροχρόνια σχέση, θα ταυτιστούν.

Ο Παναγιώτης Μπουγιούρης και η Ζέτα Δούκα χωρίς να έχουν την τέλεια χημεία επί σκηνής (που ίσως τελικά ταιριάζει στο έργο) ήταν τουλάχιστον συμπαθητικοί. Ειδικά η Ζέτα Δούκα, έκανε ένα πολύ δυνατό φινάλε που κέρδισε τελικά το δυνατό χειροκρότημα.


Η αντίδραση του κοινού: 

Το κοινό είδε μάλλον με συμπάθεια την παράσταση, με μικρές αποκλίσεις. Σε κάποιους άρεσε, σε κάποιους όχι τόσο.

Επίλογος

Όπως και νά ‘χει, το Φεστιβάλ αυτό χρειάζεται. Για την ακρίβεια είναι απαραίτητο για τους χειμερινούς μήνες που υπάρχει μεγάλη θεατρική ανομβρία, η οποία σπάει μόνο από τις τοπικές ομάδες (που φυσικά δεν υποτιμώ καθόλου) και κάποιες σκόρπιες θεατρικές παραστάσεις που έρχονται σπάνια.
Η δυνατότητα του να βλέπουμε στην Κεφαλονιά έργα που παίζονται τώρα στην Αθήνα μοιάζει με… θεατρικό μάννα εξ ουρανού, αρκεί να γίνει και μία λίγο πιο προσεκτική επιλογή των έργων.
Και δεν συμφωνώ ότι είναι απαραίτητο να υπάρχουν περισσότερα έργα από τις τοπικές ομάδες μέσα στο φεστιβάλ. Οι ημερομηνίες των παραστάσεων επιλέγονται γιατί βολεύουν τους αθηναϊκούς θιάσους. Εμείς εδώ έχουμε όλο το χρόνο να απολαύσουμε τις δικές μας θεατρικές ομάδες σε άλλες ημερομηνίες, χωρίς να γίνεται πιο δύσκολη η συγκεκριμένη διοργάνωση.
Όπως και νά ‘χει, στο 1ο Μουσικοθεατρικό Φεστιβάλ (και το «Μουσικο-» δε ήταν και απαραίτητο) είδαμε καλές παραστάσεις, κακές παραστάσεις και μέτριες παραστάσεις. Χάθηκαν και δύο (Οιδίπους Τύρρανος και  Ψέμα στο Ψέμα, λόγω ασθένειας και κακοκαιρίας αντίστοιχα), πετάξαμε τις άλλες δύο (Τραπεζίτης και Στρας) αλλά μας έμειναν οι υπόλοιπες, και ειδικά ο Βόυτσεκ της Παργινού και οι τρεις Νίκοι.

Και του χρόνου, λοιπόν, με το 2ο…

Λ. Αθανασίου
για τα Κεφαλονίτικα Νέα
Πηγή: kefalonitikanea.gr
Back To Top