“Ένα βράδυ Σαββάτου, κάπου στα 90’s στην πιο γνωστή ντίσκο της Κεφαλονιάς! Τη θρυλική Snoopy…”

Γράφει ο Μάκης Ρηγάτος

Σάββατο βράδυ, ξαπλωμένος στον καναπέ. 10 λεπτά μετά τη δουλειά, 10 λεπτά πριν τη δουλειά. Κλείνεις τα μάτια, ανοίγεις μια σχισμή στο χωροχρόνο και τρεις ριπές των βλεφάρων αργότερα είσαι ξανά εκεί. Ληξούρι. Στο ξεθωριασμένο καλοκαίρι του ’96. Όλα είναι πιο θολά. Σαν να βλέπεις φωτογραφία που ανέβασε κάποιος γνωστός με τα χρώματα και τα βλέμματα ξεβαμμένα και να συνειδητοποιείς ότι ο τύπος στην άκρη με το αστείο μαλλί είναι ο παλιός σου εαυτός. 21 χρόνια καλύτερος. Τότε που ένιωθες άτρωτος και τα βράδια προλάβαινες να ονειρευτείς με ανοιχτά τα μάτια.

Κάθεσαι αναπαυτικά στην αέρινη κερκίδα και παρατηρείς…

Ληξούρι- Αύγουστος του 1996

Είναι ωραία τον Αύγουστο στο Ληξούρι. Τα κορίτσια περπατάνε στην πασαρέλα της παραλίας και τα αγόρια καθισμένα στο μουράγιο τα κοιτούν και σχολιάζουν. Απέναντι τα πιτσιρίκια στο λούνα παρκ στριγκλίζουν σαν το ξεκούρδιστο σαντούρι της Αρετής Κετιμέ. Και στη μέση οι μεγάλοι. Να βρίζουν γιατί οι αυξήσεις φέτος στο δημόσιο ήταν αστείες και γιατί δεν μπήκε κόσμος στο νησί.

Οι καφετέριες στην πλατεία γεμάτες. Άλλοι κάθονται και άλλοι περπατούν πάνω κάτω και κουβεντιάζουν. Είναι 23:58. Είναι η ώρα. Το ξυπνητήρι αρχίζει να χτυπά. Η παραλία αδειάζει, η πλατεία ερημώνει, στις καφετέριες έχουν μείνει 3-4 άτομα, που ετοιμάζονται και αυτά να φύγουν. Είναι η ώρα. Είναι αυτή η μαγική δύναμη που έχει η Snoopy. Να σε τραβάει πάντα πίσω, όσο μακριά και αν είσαι…

Μεγάλωσες ακούγοντας ιστορίες για τη θρυλική Snoopy. Δεν ήταν τα ποτά, τα ξενύχτια και οι γυναίκες. Όλα αυτά τα έβρισκες και αλλού. Ήταν το φως του μύθου της που σε τύφλωνε ακόμα και αν δεν το ‘χες δει ποτέ. Ήξερες ότι τη μέρα που θα πέρναγες την πόρτα και θα έβλεπες την κεντρική μαρμάρινη, μακρόστενη πίστα θα άφηνες για πάντα πίσω σου την παιδική ηλικία. Θα ήσουν πλέον άντρας. Δεν θα άκουγες πια τις ιστορίες της Snoopy. Θα τις έλεγες ο ίδιος.

Στο ραντεβού της πόλης, ήταν όλοι εκεί. Με αυτοκίνητα, με ταξί, με μηχανάκια, ακόμα και με τα πόδια, άτομα όλων των ηλικιών ακολουθούσαν το γνωστό δρόμο. Γέφυρα, φούρνος του Μεσσάρη, Πετρίτσειο, Άγιος Δημήτριος, μέχρι να στρίψεις δεξιά και να μπεις στον χωματόδρομο. Οι περισσότεροι πάρκαραν εκεί και συνέχιζαν με τα πόδια γιατί απ’ τις ουρές των παρκαρισμένων αυτοκινήτων καταλάβαιναν ότι ήταν πιο εύκολο να βρεις έξυπνο Αργοστολιώτη, παρά θέση πάρκινγκ δίπλα στη Snoopy.

Μετά από 7 λεπτά περπάτημα περιμένεις το στοργικό χτύπημα στην πλάτη απ’ τον Άγιο Πέτρο γιατί νομίζεις ότι είσαι στον παράδεισο. Τον βλέπεις, στα πολύχρωμα φώτα που τρεμοπαίζουν μέσα στη νύχτα. Τον ακούς, στις φωνές και στους ήχους των ATB! Καλώς ήρθες στον μαγικό κόσμο της Snoopy ξένε…

Η πίστα πάντα γεμάτη, τα παρτέρια γύρω από την πίστα γεμάτα και αυτά, στην ξύλινη μπάρα οι μεγαλύτεροι σε ηλικία έπιναν και σκέφτονταν «σε τι κόσμο παραδίδουμε τη Snoopy Νίκο Τσιαμτσίκα». Γύρω σου μπορούσες να δεις από πουκαμισάτους χαρτογιακάδες μέχρι κλαρινογαμπρούς που περίμεναν τον ύμνο τους («Όταν νυχτώνει το εργαλείο») για να βγάλουν τη μπλούζα να φανεί το σώμα που έχτιζαν τόσους μήνες στο γυμναστήριο.

Αν είχες χωρίσει, αν ήσουν καψούρης και ήθελες να τη δεις, ακόμα και αν την είχες δει μόνο μια φορά και ήθελες να την ξαναδείς, η Snoopy φρόντιζε για σένα. Κοίταζες στην πόρτα και ήξερες ότι αργά ή γρήγορα θα εμφανιστεί. Και εμφανιζόταν πάντα…

Η Playlist είχε τα πάντα. Από το «give it up» των goodmen και το «I can’t stop» των De javu μέχρι το «Δε γαμι@ται» του Καρβέλα. Στην πίστα μικροί-μεγάλοι χόρευαν ασταμάτητα.

Ακόμα και αν δεν χόρευες ούτε με το πιστόλι στον κρόταφο, με το «What is love», το «Mr Vain», το «No Limit» και το «Coco Jambo» στη δεύτερη μαύρη σαμπούκα θα άρχιζες να κουνάς διακριτικά το δεξί σου πόδι…

Κατά τις 03:30 άρχιζαν τα ζεϊμπέκικα και λίγο πριν το ξημέρωμα καταλάβαινες ότι η αυλαία πέφτει όταν άκουγες «Summer of 69» και μετά μπαλάντες.

Η Snoopy του Ρισιάνου ήταν κάτι παραπάνω από μια ντίσκο. Ήταν στιγμές, ανάσες, ιστορίες, ήταν το στέκι που ένωνε χιλιάδες ετερόκλητους ανθρώπους για λίγες ώρες. Η Snoopy ήταν πιο μεγάλη και απ’ το μύθο της. Όλοι τη λησμονούν, αλλά βαθιά μέσα τους ξέρουν. Ότι αργά ή γρήγορα, για μια νύχτα ή για περισσότερες η Snoopy θα ξαναζωντανέψει. Γιατί δεν έφυγε ποτέ.

* Οι φωτογραφίες είναι απ’ τη σελίδα στο FB «Snoopy»
http://menshouse.gr