skip to Main Content
1

Στον αέρα αιγιαλοί και παραλίες της Κεφαλονιάς

Ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα στην μεταπολιτευτική πραγματικότητα, σημείο πολιτικών τριβών, χαριστικών εξυπηρετήσεων και της άναρχης δόμησης αποτελεί το εντυπωσιακό γεγονός ότι ποτέ το ελληνικό κράτος δεν γνώρισε ή δεν θέλησε να γνωρίσει τα όρια της ίδιας του της περιουσίας. Δασικές εκτάσεις, δημόσια κτήματα, κληροδοτήματα υπέρ δημοσίου και άλλα περιουσιακά αποκτήματα δεν καταγράφηκαν ποτέ επίσημα και με τέτοιο τρόπο ώστε να διασφαλιστούν τα συμφέροντα του ελληνικού δημοσίου. Φυσικά όλα αυτά μέχρι και την στιγμή που οι δανειστές της χώρας επέβαλαν να μεταβιβασθεί δημόσια περιουσία, οπότε οι διαδικασίες υπήρξαν express, μόνο όμως εκεί που υπήρχε έντονο ενδιαφέρον μεταβίβασης, πχ στο ΤΑΙΠΕΔ.
To ίδιο ακριβώς συνέβη και με τους αιγιαλούς και τις παραλίες, που αν και δημόσια αγαθά ως κοινόχρηστα, εντούτοις με πολυδαίδαλες νομοθετικές διατάξεις, ανεφάρμοστα προεδρικά διατάγματα, επιτροπές που δεν συστάθηκαν ποτέ και τοπογραφικές αποτυπώσεις που έγιναν στο πόδι, είχαν σαν αποτέλεσμα να στηθούν πάνω στην άμμο παιχνίδια με κομματικές εξυπηρετήσεις, χαριστικές δωρεές και ανοχές στην αυθαιρεσία, να νομιμοποιηθούν πολυτελείς οικοδομές πάνω ακριβώς στο κύμα, να εισπράττουν κάποιοι συχνά ημέτεροι χρήματα με το τσουβάλι, επειδή κατάφεραν να εκμεταλλευτούν την πολιτική απροθυμία ενός κράτους με την μεγαλύτερη ακτογραμμή στην Ευρώπη.

Στον γενικό αυτό κανόνα, η Κεφαλονιά δεν θα μπορούσε να αποτελεί εξαίρεση. Η ίδια άναρχη και άσφαιρη νομοθέτηση, σε συνδυασμό με την μονίμως υποστελεχωμένη αρμόδια υπηρεσίατου δημοσίου, είχε ως αποτέλεσμα γραμμές αιγιαλού-παραλίας που είχαν θεσμοθετηθεί στα.. χαρτιά, να μείνουν ουσιαστικά ανεφάρμοστες. Παράλληλα, αρκετοί ιδιοκτήτες όμορων στις παραλίες και τους αιγιαλούς ιδιοκτησιών, προσφεύγοντας στην ελληνική δικαιοσύνη, κατάφερναν να ακυρώσουν τις οριοθετημένες στα νομοθετικά κείμενα γραμμές, κάτι που φυσικά προβλέπεται ως νόμιμο δικαίωμα στην υπάρχουσα νομοθεσία.

Έτσι, το νησί ουσιαστικά έμενε χωρίς επίσημη κατοχύρωση των ορίων του αιγιαλού και των παραλιών του, ανοίγοντας διάπλατα την πόρτα στο ενδεχόμενο αθέμιτων πρακτικών, ανοχής, αδικιών και αλληλοκαταγγελιών. 



Όταν μάλιστα χρειαζόταν να επιβληθούν διοικητικά πρόστιμα για παράνομες χρήσεις ή καταλήψεις αιγιαλών-παραλιών, τα πρόστιμα αυτά στα Δικαστήρια συχνά ακυρώνονταν,  αφού δεν είχαν σε αρκετές περιπτώσεις εφαρμοστεί όσα προβλέπονταν για την διασφάλιση μιας ισότιμης προς άλλους νομιμότητας.

Ο Νομοθετικός Αχταρμάς: 

Εκτός από τα… γνωστά προβλήματα υποστέλεχωσης της αρμόδιας υπηρεσίας στην Κεφαλονιά, όπως και σε αρκετά μέρη της χώρας, αιτία του φαινομένου αυτού είναι φυσικά και το «μπερδεμένο» νομοθετικό καθεστώς. Ένας «αχταρμάς» προβλέψεων στην κείμενη όλα αυτά τα χρόνια νομοθεσίας, στα προεδρικά διατάγματα που εκδόθηκαν για συγκεκριμένες περιοχές και των γνωμοδοτήσεων που προέκυψαν και με δεδομένο ότι οι συνεδριάσεις των επιτροπών για τον καθορισμό των ορίων αιγιαλού-παραλίας υπήρξαν σπανιότατες, εκκόλαψαν την σημερινή κατάσταση, μια κατάσταση που «οδήγησε» το ίδιο το Συμβούλιο της Επικρατείας να εκδώσει όχι μία, όχι δυο αλλά ολόκληρη σειρά από Αποφάσεις που περιγράφουν το χάος που έχει προκληθεί στους αιγιαλούς – παραλίες της Κεφαλονιάς. 
Πραγματικά, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 967 του Αστικού Κώδικα [ΑΚ] και των άρθρων 1 και 5 του α.ν. 2344/1940 και 2 του ν. 2971/2001, των βασικών δηλαδή νομικών κειμένων για το συγκεκριμένο ζήτημα, ο αιγιαλός και η παραλία περιλαμβάνονται στα κοινόχρηστα πράγματα, τα οποία προορίζονται για την άμεση εξυπηρέτηση δημόσιου σκοπού. Από τις διατάξεις αυτές, επίσης, αλλά και τις σχετικές τροποποιήσεις τους, σε περίπτωση που ιδιώτης έχει ιδιοκτησία επί του αιγιαλού και παραλίας, εκδίδεται πράξη αναλογισμού, καθορίζεται νόμιμη αποζημίωση και καταβάλλεται η σχετική αποζημίωση έτσι ώστε να ολοκληρωθεί η απαλλοτρίωση και να καθοριστεί η οριογραμμή του αιγιαλού και της παραλίας ως δημόσια.

Στην πράξη φυσικά τίποτα από αυτά δεν έγιναν. Αρκετές περιοχές της Κεφαλονιάς, γνωστές παραλίες και παραθαλάσσια χωριά, όπως η Άσσος, το ΞΙ, η Αγ. Ευφημία και τα Σπαρτιά, αλλά και σε μεγάλη έκταση η νότια παράκτια πλευρά του νησιού, εξαιτίας ακριβώς ότι ποτέ δεν ξεκίνησε ή δεν ολοκληρώθηκε η διαδικασία απαλλοτρίωσης που προβλέπεται στον Νόμο, είχε ως αποτέλεσμα οι οριζόμενες οριοθετήσεις του δημοσίου να μείνουν στον αέρα, γράμμα κενό δηλαδή, ενώ το δημόσιο να έχει χάσει τα κυρίαρχα δικαιώματά του τα οποία επιστρέφουν προοδευτικά στους νόμιμους ιδιοκτήτες, δηλαδή στους ιδιώτες.

Η Δικαστική Δικαίωση: 

Στις περισσότερες περιπτώσεις οι ιδιώτες ιδιοκτήτες, βλέποντας την απροθυμία της ίδιας της ελληνικής πολιτείας να κατοχυρώσει τον δημόσιο χαρακτήρα της χρήσης των αιγιαλών και των παραλιών, και με αναφαίρετο δικαίωμά τους να προστατέψουν τα συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα τους στη γη και την ιδιοκτησία τους, προσέφυγαν στην ελληνική δικαιοσύνη, κάποιοι μάλιστα εδώ και μια δεκαετία.

Έτσι, μετά από ένα μακροχρόνιο δικαστικό αγώνα, κατάφεραν τελικά στον τελευταίο βαθμό, δηλαδή όχι πρωτόδικα μόνο ή στο Εφετείο αλλά στο ίδιο το Συμβούλιο της Επικρατείας, να κερδίσουν την ιδιοκτησιακή τους ελευθερία.

Όλες ανεξαιρέτως οι Αποφάσεις που εκδόθηκαν για την Κεφαλονιά, έχουν το ίδιο πάντα σκεπτικό. Σύμφωνα με αυτό, «…η αναγκαστική απαλλοτρίωση ανακαλείται υποχρεωτικά με πράξη της αρχής η οποία την έχει κηρύξει, ύστερα από αίτηση κάθε ενδιαφερομένου που πιθανολογεί εμπράγματο δικαίωμα στο απαλλοτριωμένο ακίνητο, εάν μέσα σε τέσσερα έτη από την κήρυξή της δεν ασκηθεί αίτηση για το δικαστικό καθορισμό της αποζημίωσης ή δεν καθορισθεί αυτή εξωδίκως…». Ομοίως, «…και αυτές, όμως, οι αναγκαστικές απαλλοτριώσεις, εφόσον μετά την κήρυξή τους διατηρούνται, χωρίς να πραγματοποιείται η συντέλεσή τους σύμφωνα με τον νόμο επί μακρό χρονικό διάστημα, το οποίο, υπό τις ιδιαίτερες συνθήκες, που συντρέχουν σε κάθε περίπτωση, υπερβαίνει τα κατά την κρίση του αρμοδίου δικαστηρίου εύλογα όρια, αποτελούν νομικό και οικονομικό βάρος της ιδιοκτησίας, το οποίο είναι αντίθετο προς την συνταγματική προστασία της. Επομένως, στις περιπτώσεις αυτές ανακύπτει υποχρέωση της Διοίκησης να άρει την αναγκαστική απαλλοτρίωση…».

Η … αυριανή πραγματικότητα: 

Ήδη εξαιτίας ακριβώς της δικαίωσης με την… βούλα του ΣΤΕ πολλοί ιδιοκτήτες προσφεύγουν στην αρμόδια κτηματική υπηρεσία της Κεφαλονιάς, ζητώντας το αυτονόητο γι αυτούς, να αρθεί η «δέσμευση» της περιουσίας τους και να τους επιστραφεί στην πράξη το κυρίαρχο δικαίωμά στην ιδιοκτησία τους. Και πιθανόν ο αριθμός των αιτήσεων αυτών να πολλαπλασιαστεί.
Κι εδώ παρουσιάζεται το εξής οξύμωρο. Μπορεί εδώ και τρεις μήνες η Κτηματική Υπηρεσία του Δημοσίου να έγινε Αυτοτελές Γραφείο του Υπουργείου Οικονομικών (μέχρι και τον Νοέμβριο του 2017 αποτελούσε παράρτημα της ίδιας υπηρεσίας στην Πάτρα), όμως με μόλις τρεις υπαλλήλους να διαχειρίζονται ολόκληρη τη δημόσια περιουσία στην Κεφαλονιά θα είναι παντελώς αδύνατο να διεκπεραιωθούν οι τρέχουσες υποθέσεις και να συσταθούν ειδικές επιτροπές που θα κρίνουν ή θα επανεξετάσουν τις σχετικές αιτήσεις. Όταν μάλιστα για κάποιες περιοχές όπως πχ η Άσσος εκκρεμούν αιτήσεις στην επιτροπή εδώ και δέκα χρόνια!!!

Μέχρι τότε, το δημόσιο θα παίζει κρυφτό με τους ιδιοκτήτες, οι γραμμές αιγιαλού – παραλίας θα κινδυνεύουν άμεσα να παραβιαστούν και το μεταπολιτευτικό μεγαλείο θα συνεχίσει ακλόνητο την πορεία του μέχρι και την στιγμή που ένας ξένος «θεσμικός» επενδυτής θα θελήσει να αξιοποιήσει στην Κεφαλονιά όλα όσα εγκατέλειψε η ελληνική πολιτεία. Και είναι σε αυτόν τον όμορφο τόπο, πράγματι, πολλά.

Σύνταξη-Επιμέλεια
Back To Top