skip to Main Content
An

Η ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΗ ΠΛΕΥΡΑ ΤΟΥ “Α”: Φάσεις κι Αντιφάσεις

Τρέχω. Δε ξέρω γιατί αλλά τρέχω. Νιώθω την ανάσα μου κοφτή και τους παλμούς της καρδιάς μου να έχουν φτάσει τον μέγιστο αριθμό επαναλήψεων ανά λεπτό. Νιώθω κρύο ιδρώτα να τρέχει στο μέτωπό μου και το άγχος να με κυριεύει. Απίστευτο άγχος να ξεφύγω. Από τι όμως; Από ποιόν; Αφού δε με κυνηγάει κανείς. Είμαι τόση ώρα στο ίδιο σημείο, στον ίδιο σκοτεινό διάδρομο. Κι όμως κινούμαι. Κινούμαι σε έναν σκοτεινό διάδρομο όπου η υγρασία πλέον μου τρυπάει τα ρουθούνια. Άδειοι οι τοίχοι, άδεια όλα. Μόνο εγώ, ο διάδρομος και το ανεξήγητο άγχος. Και το λιγοστό φως που μπαίνει από τα τζάμια της πόρτας που τόση ώρα προσπαθώ να φτάσω. Αλλά κάθε φορά που τη φτάνω και τεντώνω το χέρι μου να την ανοίξω… παπ! Απομακρύνεται άλλο τόσο από ‘μένα! Και φτάνουμε ξανά στο αρχικό στάδιο. Απελπισία, απόγνωση.. Αλλά τι να κάνω ξανατρέχω. Έχω και καμία άλλη επιλογή; Ξανατρέχω λοιπον. Ίδιο άγχος, ίδιος κρύος ιδρώτας. Μόνο μία διαφορά: οι αντοχές μου που λιγοστεύουν. Ξανά τεντώνω το χέρι για τελευταία πλέον φορά. Και τσααακ! Όπως το περίμενα! Η πόρτα ξανά απομακρύνεται. Μα γιατί, τι κάνω λάθος; Κοντοστέκομαι. Σκέφτομαι.. Βασικά δε μπορώ να σκεφτώ. Κλείνω τα μάτια. Οι σκέψεις και τα συναισθήματα εναλλάσσονται τόσο γρήγορα.. Δημιουργούν έντονα σκαμπανεβάσματα στην ψυχολογία μου, η οποία μόνο ψυχολογία φυσιολογικού ανθρώπου δε θυμίζει πλέον. Πιο πολύ μοιάζει με τρενάκι ρόλερ κόστερ. Ναι αυτό είναι! Ένα πολύχρωμο τρενάκι ρόλερ κόστερ μέσα στον μουντό διάδρομο! Κίτρινα, κόκκινα και πράσινα φώτα στολίζουν τους τοίχους. Ακούω παιδάκια να φωνάζουν από χαρά. Οι φωνές τους αντηχούν ξεκάθαρα στ’ αυτιά μου. Έχω μπει στην ίδια ψυχολογία. Μα τι ωραίο συναίσθημα! Απίστευτο! Και εκεί που το τρενάκι έχει φτάσει στο μέγιστο ύψος των ραγών… πάλι βουτιά προς τα κάτω! Ανοίγω τα μάτια. Μοναξιά. Απέραντη μοναξιά. Κοιτάζω την πόρτα. Τι ειρωνεία θεέ μου! Το μόνο που θέλω είναι ν’ ανοίξω αυτήν την αναθεματισμένη πόρτα. Να γυρίσω το πόμολο και να νιώσω το λευκό φως να με λούζει. Να βγω απ΄ το σκοτάδι που με γεμίζει θλίψη. Να νιώσω την ελευθερία, τη γαλήνη, την ευτυχία. Ευτυχία κι ας μην ξέρω τι βρίσκεται στο άνοιγμά της. Το μόνο σίγουρο είναι οτι θα βγω απ΄το σκοτάδι. Βλέπεις; Δε ζητάω πολλα..  Περπατάω αργά πλέον. Παρατηρώ μια μικρή εσοχή στ’αριστερά μου. Πως δεν την είδα πριν; Μάλλον απ’ το άγχος και το τρέξιμο.. Για να δω.. Σπρώχνω και βγαίνω σ’ έναν διάδρομο πολύ πιο σκοτεινό απ’ τον προηγούμενο. Τα συναισθήματα μου αμφιταλαντεύονται. Να μπω, να μην μπω.. Καταλήγω στο ότι δε μένει τίποτα παρά να δοκιμάσω. Προχωράω και σπρώχνω την πόρτα πίσω μου. Κλείνει μ’ έναν δυνατό γδούπο. Στο άκουσμα του ήχου με καταβάλλει φόβος. Φόβος για το άγνωστο, για το βαθύτερο σκοτάδι. Μήπως έκανα λάθος; Μήπως καλύτερα να έμενα εκεί που ήμουν; Τι το ‘θελα ρε γαμώτο; Κοιτάζω πίσω να δω την πόρτα απ’ την οποία μπήκα αλλά μάταιο.. Το κέρατό μου!! Γιατί κάνω μαλακίες; Αφού ήμουν εντάξει εκεί που ήμουν! Μπορεί να μην πετύχαινα το στόχο μου αλλά ήμουν ασφαλής τουλάχιστον, τώρα δεν έχω ούτε αυτό. Τέλος πάντων σκέφτομαι ότι αφού δεν έχω άλλη επιλογή το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να περπατήσω. Και αυτό κάνω. Άντε να δω που θα βγω πάλι.. Αραιά και που βλεπω δαυλούς αριστερά και δεξιά μου που προσδίδουν το λιγοστό φως στον διάδρομο. Αποφασίζω στα γρηγορα να πιάσω έναν και να προχωρήσω. Τον φέρνω αρχικά κοντά στο πρόσωπό μου και βλέπω αρκετά ζευγάρια μάτια να γυαλίζουν στο σκοτάδι. Τρόμος! Τι σκατά; Τι γίνεται; Που μπήκα ρε πούστη μου; Αρχίζω να οπισθοχωρώ απομακρύνοντας τον δαυλό απ’ το πρόσωπό μου για να μπορέσω να δω καλύτερα. Πρόσωπα γνωστών μου! Φίλοι, οικογένεια, όλοι γνωστοί! Τα πρόσωπά τους φαντάζουν τρομακτικά κάτω απ’ το φως της φλόγας. Μαύροι κύκλοι σχηματίζονται κάτω απ’ τα μάτια τους που φτάνουν μέχρι τα μάγουλα. Μα τι γίνεται; Τι κάνουν; Γιατί δε μου μιλάνε; Με κοιτάνε όλοι μ’ εχθρικό βλέμμα, αλλά γιατί; Τι τους έκανα; Δεν έχω πειράξει στη ζωή μου ούτε μυρμήγκι, τ’ ορκίζομαι!! Χαμηλώνω ενστικτωδώς το φως και βλέπω πως όλοι κρατάνε όπλα. Άλλος μαχαίρι, άλλος ξύλο, άλλος δε ξέρω και ‘γω τι. Δε μπορώ να διακρίνω απ’ τη σύγχυσή μου! Είναι ολοφάνερο πλέον ότι όλοι θέλουν να μου κάνουν κακό! Όλοι θέλουν να με βλάψουν! Καταφέρνω να μιλήσω! Τι γίνεται; Τι σας έκανα; Τι γίνεται; Καμία απάντηση. Με πλησιάζουν. Ίδια εχθρική διάθεση στον αέρα. Τι γίνεται; Τι θέλετε επιτέλους από ‘μένα; Πριν προλάβω να ολοκληρώσω την πρότασή μου ακούω μια γνώριμη φωνή πίσω μου: ”Φάτε την!”. Νιώθω τον δαυλό να πέφτει απ’ τα χέρια μου! Παραλύω.. Νιώθω την προδοσία να γεμίζει όλο μου το είναι! Νιώθω χέρια να μ’ αγγίζουν βιαίως την ώρα που το σώμα μου ακουμπάει στο πάτωμα. Και δωσ’ του πάλι ο κρύος ιδρώτας και η καρδιά μου να παίζει ταμπούρλο. Κλείνω τα μάτια να γλυτώσω απ’ τη φρίκη. Νιώθω να πέφτω σ’ ένα μάυρο κενό. Ταυτόχρονα κάποιος με σκουντάει. Αρνούμαι ν’ ανοίξω τα μάτια απ’ το φόβο μου. Με σκουντάει πιο δυνατά. Τ’ ανοίγω. Βλέπω μια ταλαιπωρημένη γυναίκα γύρω στα πενήντα, ντυμένη νοσοκόμα.

-Πρέπει να πιείτε τα χάπια σας.

ALICE IN NO-WONDERLAND

Back To Top