Ο ΓΓ. ΤΟΥ ΥΠ. ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕ ΤΟΥΣ 4 ΑΞΟΝΕΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΗΣ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗΣ ΤΟΥ “ΚΑΛΛΙΚΡΑΤΗ”
Στη Σπάρτη βρέθηκε τη Δευτέρα 20 Μαρτίου ο ΓΓ του Υπουργείου Εσωτερικών, Κώστας Πουλάκης, ως ομιλητής σε εκδήλωση της Νομαρχιακής Επιτροπής Λακωνίας του ΣΥΡΙΖΑ για τη μεταρρύθμιση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, στην οποία παρευρέθηκαν πλήθος αυτοδιοικητικών στελεχών της περιοχής, μεταξύ των οποίων η Αντιπεριφερειάρχης Λακωνίας, κ. Αδαμαντία Τζανετέα, και οι Δήμαρχοι Σπάρτης, κ. Βαγγέλης Βαλιώτης, και Ευρώτα, κ. Γιάννης Γρυπιώτης.
Ο κ. Πουλάκης στην ομιλία του, σύμφωνα με ανακοίνωση του Υπουργείου, παρουσίασε έναν κριτικό απολογισμό των βασικών αδυναμιών του σημερινού θεσμικού πλαισίου, ξεκαθαρίζοντας ότι «η μεταρρύθμιση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης αποτελεί μια κοινωνική αναγκαιότητα σήμερα» και όχι «κάποιου είδους «ιδεοληψία» της κυβέρνησης», ενώ ανέλυσε τις προτάσεις τις οποίες δημοσιοποίησε πρόσφατα η αρμόδια Επιτροπή που είχε συσταθεί στο ΥΠΕΣ και οι οποίες καταλαμβάνουν όλο το φάσμα των αυτοδιοικητικών θεμάτων. Όπως ανέφερε, οι προτάσεις αυτές αποτελούν τη βάση πάνω στην οποία η πολιτική ηγεσία του ΥΠΕΣ επιδιώκει να διεξαχθεί ένας ευρύς δημοκρατικός διάλογος το αμέσως επόμενο διάστημα.
Παρουσίασε εν συντομία τις προτάσεις στις οποίες κατέληξε η Επιτροπή του ΥΠΕΣ για τη μεταρρύθμιση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Οι προτάσεις αυτές κινούνται σε τέσσερις άξονες (όπως τις κατονόμασε στην ομιλία του) :
Άξονας πρώτος : Ενίσχυση της αυτοτέλειας και της διοικητικής αποτελεσματικότητας των Ο.Τ.Α.
Πρόκειται για τα ζητήματα που κατεξοχήν αφορούν την καθημερινότητα των πολιτών και το επίπεδο των παρεχόμενων σε αυτούς υπηρεσιών, που – ως γνωστόν – αποτελούν πολιτική προτεραιότητα για τη σημερινή κυβέρνηση, δια στόματος του πρωθυπουργού.
Στο πλαίσιο αυτό :
1ον. Προχωράμε στον επανασχεδιασμό των αρμοδιοτήτων κάθε επιπέδου διοίκησης (κεντρικό Κράτος – Αποκεντρωμένες Διοικήσεις – Περιφέρειες – Δήμοι), με βάση μία αναλυτική σύγχρονη μεθοδολογία. Έχει γίνει ήδη μία διεξοδική καταγραφή και συστηματοποίηση του ισχύοντος πλαισίου αρμοδιοτήτων των ΟΤΑ α’ και β’ βαθμού και των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων, και ήδη το Υπουργείο προχωράει στην περαιτέρω συνεργασία με όλα τα καθ’ ύλην αρμόδια Υπουργεία. Στόχος μας είναι σε σύντομο χρονικό διάστημα, με βάση την νέα αυτή μεθοδολογία που προτείνεται, η οποία εστιάζει στην κατηγοριοποίηση και εξειδίκευση των αρμοδιοτήτων ανά κύκλο δημόσιας πολιτικής (π.χ. Πολιτική Δασών, Πολεοδομική πολιτική, πολιτική Υδάτων κ.λπ.), να έχουμε προχωρήσει σε έναν ριζικό επανασχεδιασμό των αρμοδιοτήτων. Ο επανασχεδιασμός αυτός περιλαμβάνει δύο σκέλη :
Αφ΄ενός, την ανακατανομή των αρμοδιοτήτων στο βέλτιστο κατά περίπτωση διοικητικό επίπεδο, με βάση τις αρχές της επικουρικότητας και της εγγύτητας. Στόχος μας είναι για κάθε θέμα να ασκούνται οι σχετικές αρμοδιότητες από ένα μόνο διοικητικό επίπεδο (π.χ. Αποκεντρωμένη Διοίκηση ή Δήμος) που θα έχει το λεγόμενο «τεκμήριο αρμοδιότητας», αντί της σημερινής πολυδιάσπασης. Αφ’ ετέρου, την προτυποποίηση και βελτιστοποίηση των διαδικασιών άσκησης κάθε αρμοδιότητας. Με άλλα λόγια, εκτός του ποιος κάνει τι, θα προσδιοριστούν αναλυτικά και οι διαδικασίες που θα πρέπει να ακολουθεί η διοίκηση σε κάθε θέμα (ροή εργασιών, απαιτούμενα δικαιολογητικά, προτυποποίηση εγγράφων), ώστε να περιοριστεί η γραφειοκρατία και η διοικητική αυθαιρεσία και να ολοκληρώνονται γρήγορα και αποτελεσματικά όλες οι απαραίτητες διεργασίες.
2ον. Θεσμοθετούμε ή εμβαθύνουμε στα διακριτά «μοντέλα» ΟΤΑ, ώστε να λαμβάνεται αποτελεσματικά υπόψη η νησιωτικότητα, η ορεινότητα, αλλά και η περίπτωση περιοχών που μειονεκτούν, όχι μόνο λόγω γεωγραφικών, αλλά και βάσει άλλων κοινωνικών και οικονομικών κριτηρίων. Με τον τρόπο αυτό, θα καταστεί δυνατή η στήριξη των πιο αδύναμων ΟΤΑ, αλλά και η τρόπον τινά «εξειδίκευση» των αρμοδιοτήτων των ΟΤΑ, ανάλογα με τις ανάγκες και τις δυνατότητες της κάθε τοπικής κοινωνίας, αν δηλαδή είναι κατά κύριο λόγο αστική, αγροτική, νησιωτική κ.λπ.
Άξονας δεύτερος : Οργανωτική και θεσμική ανασυγκρότηση των Ο.Τ.Α. και εμβάθυνση της Τοπικής Δημοκρατίας
Ο δεύτερος άξονας των προτάσεων της Επιτροπής για τη μεταρρύθμιση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης είναι και ο πιο, θα έλεγα, «πολιτικός», αφού αφορά όλα τα θέματα οργανωτικής και θεσμικής ανασυγκρότησης των Ο.Τ.Α. και την εμβάθυνση της Τοπικής Δημοκρατίας.
Στα θέματα οργάνωσης και λειτουργίας των Ο.Τ.Α., η Επιτροπή κατέθεσε μία αρκετά επεξεργασμένη και πλήρη πρόταση. Ωστόσο, παρά το ενδιαφέρον που παρουσιάζει, δεν θα σταθώ σε όλες τις λεπτομέρειές της, γιατί θέλω να εστιάσω στα πολιτικά πιο σημαντικά κατά τη γνώμη μου θέματα Εξάλλου, έχουμε στη διάθεσή μας τη συζήτηση που θα ακολουθήσει για να θίξουμε τυχόν ειδικότερα ζητήματα.
Πιο συγκεκριμένα, θα ήθελα να σταθώ :
1ον. Στη χωροταξική διάρθρωση και την εσωτερική αποκέντρωση των Ο.Τ.Α., ένα θέμα που έχει σχεδόν μονοπωλήσει το ενδιαφέρον στις προηγούμενες μεταρρυθμιστικές απόπειρες, τόσο του «Καποδίστρια», όσο και του «Καλλικράτη». Θα ήθελα εξαρχής να επαναλάβω αυτό που κατ’ επανάληψη έχουμε πει. Δεν τίθεται θέμα γενικευμένης χωροταξικής αναδιάρθρωσης, αλλά μόνο στοχευμένων παρεμβάσεων σε γνωστές οριακές ως προς τη λειτουργικότητά τους περιπτώσεις, πολλές από τις οποίες εντοπίζονται, πράγματι, στους μεγάλους νησιωτικούς Δήμους. Αντίθετα, οι προτάσεις της Επιτροπής δίνουν ιδιαίτερη έμφαση στην ενίσχυση των θεσμών ενδοδημοτικής αποκέντρωσης, ώστε – χωρίς να ξαναχαραχτεί ο αυτοδιοικητικός χάρτης – να καταστεί εφικτή η πραγματική εγγύτητα του θεσμού της Τοπικής Αυτοδιοίκησης προς τους πολίτες και τις καθημερινές τους ανάγκες.
2ον. Σε ό,τι αφορά το εκλογικό σύστημα, που μονοπώλησε και τη δημόσια συζήτηση, καθώς έγινε «σημαία» από τις ηγεσίες της ΚΕΔΕ και της ΕΝΠΕ, οι προτάσεις της Επιτροπής διαμορφώνουν ένα συνολικό πλέγμα ενίσχυσης της τοπικής δημοκρατίας, όχι σε βάρος της αποτελεσματικότητας – της «κυβερνησιμότητας», όπως λέγεται με μια δόση υπερβολής – των Δήμων και των Περιφερειών, αλλά σε βάρος της κομματικής, συνήθως, μονοκρατορίας του εκάστοτε Δημάρχου ή Περιφερειάρχη.
Πιο συγκεκριμένα, τα βασικά σημεία της πρότασης της Επιτροπής, εκτός του ζητήματος της απλής αναλογικής, το οποίο θα αναλύσω λίγο περισσότερο στη συνέχεια, είναι : Η αποσύνδεση των αυτοδιοικητικών εκλογών από τη διεξαγωγή των ευρωεκλογών, που με μία τελείως «μπακαλίστικη», επιτρέψτε μου την έκφραση, λογική ταυτίστηκαν με τον «Καλλικράτη», με αποτέλεσμα να υποβαθμιστούν και οι δύο διαδικασίες. Η μείωση του ορίου ηλικίας για την κτήση του δικαιώματος του εκλέγειν στα 17 έτη και για τις αυτοδιοικητικές εκλογές, σε εναρμόνιση προς τη ρύθμιση που υιοθετήθηκε πρόσφατα και για τις εθνικές εκλογές. Η κατάργηση της εσωτερικής διαίρεσης των Δήμων σε εκλογικές περιφέρειες και την ενιαία εκλογή των δημοτικών συμβούλων σε όλη την έκταση του Δήμου και, αντίθετα, τη διατήρηση της ισχύουσας ρύθμισης για την εκλογή των περιφερειακών συμβούλων ανά νομό. Η αλλαγή των προϋποθέσεων έγκυρης κατάρτισης συνδυασμού, που σήμερα είναι απαγορευτικές, ειδικά για τους μικρότερους συνδυασμούς.
Σε ό,τι αφορά ειδικότερα την εφαρμογή της απλής αναλογικής, η Επιτροπή προτείνει να κατανέμεται το σύνολο των εδρών του Δημοτικού/ Περιφερειακού Συμβουλίου από τον πρώτο γύρο μεταξύ των συνδυασμών, με βάση την «κλασική» μέθοδο της αναλογικής των υπολοίπων, όπως συμβαίνει σήμερα για τον 1ο γύρο. Ενώ, σε περίπτωση που κανένας συνδυασμός δεν συγκεντρώσει το 50%+1 των ψήφων κατά τον 1ο γύρο (οπότε ο επικεφαλής του αναδεικνύεται, αντίστοιχα, Δήμαρχος ή Περιφερειάρχης), θα πραγματοποιείται επαναληπτική εκλογή σε 2ο γύρο μεταξύ των δύο πρώτων συνδυασμών, οπότε Δήμαρχος/Περιφερειάρχης θα είναι ο επικεφαλής του πλειοψηφήσαντος στο γύρο αυτό συνδυασμού, χωρίς ωστόσο αυτό να επιδρά στην κατανομή των εδρών που έχει ολοκληρωθεί από τον 1ο γύρο.
Ας δούμε όμως λίγο πιο προσεκτικά το ζήτημα της λεγόμενης «κυβερνησιμότητας» των ΟΤΑ
Κατ’ αρχάς, είναι δεδομένο ότι ο κίνδυνος ενός θεσμικού αδιεξόδου δεν μπορεί ποτέ να αποκλειστεί τελείως. Άλλωστε και σήμερα, με αυτό το ακραία πλειοψηφικό σύστημα, ξέρουμε όλοι και όλες περιπτώσεις που ο Δήμαρχος ή ο Περιφερειάρχης έχασαν την πλειοψηφία. Και βέβαια, θα πρέπει να λάβουμε υπόψη μας ότι η καθιέρωση της απλής αναλογικής δεν είναι απλώς ένα νομικό γεγονός, αλλά ένα στοιχείο που μεσοπρόθεσμα θα επιδράσει και στις επιλογές των ψηφοφόρων, αλλά και και στη συμπεριφορά του πολιτικού προσωπικού, ενισχύοντας μία κουλτούρα συναινέσεων και δημιουργικής αντιπολίτευσης. Θυμόμαστε, εξάλλου, ότι μέχρι πριν λίγα χρόνια η ύπαρξη κυβερνήσεων συνεργασίας στη χώρα μας θεωρούνταν σχεδόν αδύνατη. Και όμως, σχεδόν καθ’ όλη τη διάρκεια της κρίσης, η χώρα διοικείται, σε δύσκολες συνθήκες, από κυβερνήσεις συνεργασίας. Και βέβαια, πρέπει να πούμε το εξής : Πριν λίγους μήνες, ψηφίστηκε από τη Βουλή και έγινε νόμος του κράτους η απλή αναλογική σε εθνικό επίπεδο. Θα πρέπει, λοιπόν, να προβληματιστούμε για το εξής : Πώς είναι δυνατόν να επιτυγχάνονται συναινέσεις και να διαμορφώνονται βιώσιμες πλειοψηφίες σε εθνικό επίπεδο, εκεί που τα πολιτικά διακυβεύματα είναι εξ ορισμού πιο έντονα και πιο φορτισμένα ιδεολογικά και είναι αδύνατον το ίδιο πράγμα να γίνει στο τοπικό μικροεπίπεδο; Θα έλεγα ότι την απάντηση στο γιατί κάποιοι – και όχι το σύνολο των αιρετών – αντιδρούν τόσο έντονα και μόνο στη σκέψη της απλής αναλογικής, θα πρέπει να την αναζητήσουμε στα αποτελέσματα των προηγούμενων εκλογών. Διότι σήμερα υπάρχουν Δήμαρχοι που κατέχουν το 60% των εδρών του Δημοτικού Συμβουλίου, ελέω εκλογικού νόμου, ενώ έχουν πάρει ακόμα και κάτω από 20% των ψήφων στον πρώτο γύρο. Όμως, αυτό σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να γίνει ανεκτό.
Παρ’ όλα αυτά, παρ’ όλο που το ζήτημα της «κυβερνησιμότητας» είναι πρωτίστως πολιτικό και όχι νομικό, η Επιτροπή κατέθεσε προς συζήτηση κάποιες προτάσεις που είτε διευκολύνουν την επίτευξη της συναίνεσης είτε καθιερώνουν θεσμικά αντίβαρα, είτε, τέλος, εισάγουν δικλείδες ασφαλείας που θα «εκτονώνουν» την πίεση προς το Δημοτικό/Περιφερειακό Συμβούλιο.
Τέτοιες ρυθμίσεις, είναι ενδεικτικά :
Η διαμόρφωση θεσμών και διαδικασιών «προδιαβούλευσης» πριν την εισαγωγή και ψήφιση σημαντικών θεμάτων στο Δημοτικό/Περιφερειακό Συμβούλιο, οι οποίοι θα λειτουργούν και «παιδευτικά» ως προς τη διαμόρφωση συναινέσεων. Η θέσπιση της «εποικοδομητικής άρνησης ψήφου», προκειμένου μία παράταξη που επιθυμεί να μετέχει στη συζήτηση ενός θέματος να μπορεί – αρνούμενη ψήφο – να επιτρέπει στη Δημοτική/Περιφερειακή Αρχή να διαμορφώσει πλασματική πλειοψηφία. Επομένως, προτείνεται να δίνεται στις παρατάξεις η δυνατότητα να μετέχουν μεν στη συζήτηση, να ψηφίζουν ωστόσο «λευκό», το οποίο θα διευκολύνει τη Δημοτική/Περιφερειακή Αρχή να πετύχει την απαιτούμενη υπέρ της πρότασής της πλειοψηφία. 9
Η ενίσχυση του θεσμού του τοπικού δημοψηφίσματος ως ύστατου καταφυγίου για τη λήψη αποφάσεων που είναι απαραίτητες για τη λειτουργία του Δήμου/της Περιφέρειας, εφόσον δεν είναι δυνατή η επίτευξη συναίνεσης εντός του Δημοτικού/Περιφερειακού Συμβουλίου, βάσει ορισμένης διαδικασίας και χρονοδιαγράμματος. Η ενίσχυση των διατυπώσεων δημοσιότητας σε σχέση με τις συνεδριάσεις των οργάνων των Ο.Τ.Α., ώστε να έχουν πραγματική ενημέρωση οι πολίτες και να ασκείται στους αιρετούς πίεση και από την κοινή γνώμη.
Και βέβαια, όπως είναι αυτονόητο, θα χρειαστεί να προσαρμοστούν στη νέα φιλοσοφία όλες οι ρυθμίσεις που αφορούν τον τρόπο διοίκησης των ΟΤΑ.
3ον. Η προσπάθεια ενίσχυσης της τοπικής δημοκρατίας δεν εξαντλείται στην αλλαγή του εκλογικού συστήματος, αλλά περιλαμβάνει μία σειρά προτάσεων, προκειμένου να αναβαθμιστούν οι θεσμοί κοινωνικής συμμετοχής και ελέγχου Συγκεκριμένα, με τις προτάσεις της Επιτροπής, δίνεται στους ΟΤΑ, αλλά πρωτίστως στις τοπικές κοινωνίες, μία βεντάλια επιλογών συμμετοχικών διαδικασιών, που θα είναι στη διάθεσή τους, ώστε να τις αξιοποιούν με τρόπο εύκολο και ευέλικτο, χωρίς να εξαρτώνται από την κρατική εξουσία, ανάλογα με το επίδικο κάθε φορά ζήτημα και τον επιδιωκόμενο σκοπό, και οι οποίες θα οδηγούν σε ορατό αποτέλεσμα, δεσμεύοντας τα αρμόδια όργανα των ΟΤΑ, αλλά και του κράτους, ανάλογα και με τον ειδικότερο χαρακτήρα τους. Ειδικότερα, από την Επιτροπή προτείνεται : Η καθιέρωση τοπικών και περιφερειακών δημοψηφισμάτων όχι μόνο μετά από πρωτοβουλία των οργάνων του Δήμου/της Περιφέρειας, αλλά και κατόπιν λαϊκής πρωτοβουλίας, καθώς και η διεύρυνση των περιπτώσεων κατά τις οποίες μπορεί να διεξαχθεί έγκυρα τοπικό δημοψήφισμα, ακόμα και για θέματα που δεν ανάγονται στη με τη στενή έννοια αρμοδιότητα των ΟΤΑ, ώστε να είναι δυνατή η διεξαγωγή (συμβουλευτικού υποχρεωτικά στην περίπτωση αυτή) δημοψηφίσματος για κάθε θέμα τοπικού ενδιαφέροντος. Η γενίκευση της ρύθμισης σύμφωνα με την οποία μπορούν να εισάγονται στα συλλογικά όργανα των ΟΤΑ θέματα προς συζήτηση με πρωτοβουλία των πολιτών. Η επέκταση του θεσμού των τοπικών συνελεύσεων και – στις μεγαλύτερες πληθυσμιακά περιοχές – των συνελεύσεων γειτονιάς. Η θεσμοποίηση των διαδικασιών της δημόσιας ηλεκτρονικής διαβούλευσης και της τοπικής δημοσκόπησης με ηλεκτρονικά μέσα κ.λπ.
Άξονας τρίτος : Διαφάνεια, χρηστή δημοσιονομική διαχείριση και διασφάλιση της οικονομικής βιωσιμότητας των ΟΤΑ
Ως γνωστόν, τα τελευταία χρόνια η Αυτοδιοίκηση βρέθηκε στο στόχαστρο της βίαιης δημοσιονομικής προσαρμογής που επιχειρήθηκε, με αποτέλεσμα να δοκιμαστούν τα όρια της οικονομικής της αυτοτέλειας, που αναγνωρίζεται από το Σύνταγμα.
Από την άλλη βέβαια πλευρά, νομίζω ότι όλοι θα συμφωνήσουν ότι επιτεύχθηκε, έστω «δια ροπάλου» ένα συμμάζεμα των οικονομικών των ΟΤΑ. Ο στόχος, επομένως, των προτεινόμενων αλλαγών είναι, χωρίς να επιστρέψουμε στο κακό, ενίοτε ασύδοτο σε κάποια σημεία παρελθόν, να εξασφαλίσουμε τη διαφάνεια, τη χρηστή δημοσιονομική διαχείριση, αλλά κυρίως την πραγματική οικονομική βιωσιμότητα των ΟΤΑ.
Επιτρέψτε μου, για να γίνει κατανοητό αυτό που λέω, να αναφερθώ σε δυο-τρία σημεία από τις προτάσεις της Επιτροπής στο ζήτημα αυτό.
1ον. Σε ό,τι αφορά τον έλεγχο των προϋπολογισμών των ΟΤΑ και το περιβόητο πια «Παρατηρητήριο». Όπως γνωρίζετε, το Παρατηρητήριο υπήρξε ένα από τα σημαντικότερα μνημονιακά μέτρα που λήφθηκαν στο χώρο της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Συνάντησε την – όχι αδικαιολόγητη – αντίδραση των αιρετών και λειτούργησε ως «φόβητρο» έναντι τυχόν δημοσιονομικών εκτροχιασμών. Σήμερα, με τις προτάσεις της Επιτροπής – οι οποίες επαναφέρουν μία πρόταση που είχε κατατεθεί ήδη επί υπουργίας Νίκου Βούτση – επισημαίνεται το εξής : Αφ’ ενός, χρειάζεται μεγαλύτερη δημοκρατική νομιμοποίηση των αποφάσεων που αφορούν τη δημοσιονομική εποπτεία των ΟΤΑ, ώστε οι αποφάσεις που λαμβάνονται να εμπλέκουν άμεσα και τους ενδιαφερόμενους ΟΤΑ. Με άλλα λόγια, θέλουμε οι Δήμοι και οι Περιφέρειες που αντιμετωπίζουν σοβαρά δημοσιονομικά προβλήματα να προτείνουν οι ίδιοι καταρχήν τα μέτρα που απαιτούνται για την εξυγίανσή τους, ώστε αυτά να είναι ρεαλιστικά, βιώσιμα και με τη συναίνεση των τοπικών κοινωνιών. Αφ’ ετέρου, η εμπειρία του Παρατηρητηρίου αποδεικνύει ότι ο «μπαμπούλας» της υπαγωγής σε πρόγραμμα εξυγίανσης δεν συνέβαλε τόσο στην ουσιαστική αντιμετώπιση των δομικών οικονομικών προβλημάτων των ΟΤΑ, αλλά οδήγησε σε ένα «κρυφτούλι».
Σημασία, με άλλα λόγια, δεν είχε να είναι πράγματι εύρωστος οικονομικά ένας ΟΤΑ. Αρκούσε να μην περνούσε το «όριο συναγερμού», που θα ενεργοποιούσε το μηχανισμό του Παρατηρητηρίου. Η Επιτροπή, λοιπόν, προτείνει αυτό να αλλάξει. Και να δημιουργηθεί ένας νέος μηχανισμός δημοσιονομικής εποπτείας των ΟΤΑ, που θα είναι σε θέση – σε συνεργασία μαζί τους – να εντοπίζει τα δομικά προβλήματα που αυτοί αντιμετωπίζουν και να τους παρέχει υποστήριξη για την οριστική επίλυσή τους.
2ον. Σε ό,τι αφορά την οικονομική διοίκηση και τα ίδια έσοδα των ΟΤΑ, που διέπονται από εξαιρετικά απαρχαιωμένη και διάσπαρτη νομοθεσία, ήδη το Υπουργείο – όπως προτείνεται και από την Επιτροπή – έχει δρομολογήσει την εκ βάθρων αναθεώρηση και εκσυγχρονισμό των σχετικών διατάξεων. Δεν νοείται, όπως αντιλαμβάνεστε, η οικονομική διοίκηση και τα έσοδα των ΟΤΑ να διέπονται από βασιλικά διατάγματα της δεκαετίας του 1950. Ούτε βέβαια νοείται να υπάρχουν λόγου χάρη μεγάλοι τουριστικοί Δήμοι με μηδενικά ίδια έσοδα, απλά γιατί κάποια δημοτική αρχή επιλέγει να ασκήσει μικροπολιτική.
3ον. Σε ό,τι αφορά την πολιτική διάσταση του προϋπολογισμού και της οικονομικής διοίκησης των ΟΤΑ. Στο πλαίσιο της συνολικότερης λογικής για ενίσχυση της διαφάνειας, της κοινωνικής λογοδοσίας και της συμμετοχής των πολιτών, η Επιτροπή προτείνει την ενίσχυση των δομών συμμετοχικού προϋπολογισμού. Με τον τρόπο αυτό, η κατάρτιση του προϋπολογισμού των ΟΤΑ θα αποτυπώνει, πράγματι, τις κοινωνικές ανάγκες και τις προτεραιότητες της τοπικής κοινωνίες, όπως αυτές θα προκύπτουν μέσα από ανοιχτές, δημοκρατικές διαδικασίες διαβούλευσης.
Άξονας τέταρτος : Αναπτυξιακός αναπροσανατολισμός των Δήμων και των Περιφερειών
Ο τελευταίος αυτός άξονας των προτάσεων που κατέθεσε η Επιτροπή είναι σε άμεση συνάρτηση με τη νέα εθνική αναπτυξιακή στρατηγική που ολοκληρώνεται αυτές τις μέρες και το στόχο της δίκαιης ανάπτυξης, που έχει θέσει ως κεντρικό η κυβέρνηση.
Στο πλαίσιο αυτό, οι προτάσεις της Επιτροπής αφορούν, μεταξύ άλλων:
1ον. Τον εκσυγχρονισμό του συστήματος των ΚΑΠ, της κρατικής δηλαδή χρηματοδότησης των ΟΤΑ, μέσω της δημιουργίας ενός νέου αλγόριθμου κατανομής τους, που να λαμβάνει υπόψη το ελάχιστο κόστος λειτουργίας και ιδιαίτερα των μικρών ΟΤΑ και τη μείωση των ανισοτήτων. Ως γνωστόν, μέχρι σήμερα το βασικό κριτήριο για την κατανομή της χρηματοδότησης είναι το πληθυσμιακό, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη το γεγονός ότι – είτε έχει 200 είτε έχει 200.000 κατοίκους – ένας Δήμος οφείλει να παρέχει ένα μίνιμουμ υπηρεσιών προς τους πολίτες, το οποίο έχει κόστος.
2ον. Τον αναπροσανατολισμό του δανεισμού των ΟΤΑ, ώστε αφ’ ενός να υπακούει στους κανόνες της χρηστής διαχείρισης, αφ’ ετέρου να δίνει προτεραιότητα στις δημόσιες επενδύσεις της Αυτοδιοίκησης. Ήδη, το ΥΠΕΣ συνεργάζεται με το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων στην κατεύθυνση αυτή.
3ον. Την καταγραφή, παρακολούθηση και αξιοποίηση της ακίνητης περιουσίας ΟΤΑ σε κοινωνική και αναπτυξιακή κατεύθυνση.
4ον. Την αναβάθμιση του ρόλου των ΟΤΑ στο πλαίσιο του δημοκρατικού αναπτυξιακού προγραμματισμού. Μεταξύ άλλων, ο στόχος αυτός περιλαμβάνει :
τη σύνδεση του προγραμματισμού μεταξύ των διαφορετικών επιπέδων διοίκησης
τη δημιουργία συνεργειών μεταξύ του αναπτυξιακού σχεδιασμού και της χωροταξικής και πολεοδομικής πολιτικής
την ενίσχυση των διαδικασιών διαβούλευσης και την ουσιαστική συμμετοχή των κοινωνικών φορέων στο σχεδιασμό 12
την επικαιροποίηση των ρυθμίσεων του Νόμου 1622/1986 ως προς τα όργανα και τις διαδικασίες του αναπτυξιακού προγραμματισμού
την ενίσχυση θεσμικών σχημάτων όπως η διαβαθμιδική και διαδημοτική συνεργασία κ.λ



