«Το τουρκικό «ένταλμα» κατά Νετανιάχου και η νέα γεωπολιτική εξίσωση στην Ανατολική Μεσόγειο»

Το τουρκικό «ένταλμα» κατά Νετανιάχου και η νέα γεωπολιτική εξίσωση στην Ανατολική Μεσόγειο
Τι σημαίνει για Ελλάδα και Κύπρο, τι επιδιώκει ο Ερντογάν και πώς μπορεί η Αθήνα να μετατρέψει την κρίση σε στρατηγικό πλεονέκτημα.
Η τουρκική απόφαση που ζητήσει από την Interpol την έκδοση Red Notice για τον Ισραηλινό πρωθυπουργό Μπενιαμίν Νετανιάχου αποτελεί κάτι πολύ περισσότερο από μία ακόμη διπλωματική επίθεση της Άγκυρας κατά του Ισραήλ. Νομικά, δεν πρόκειται για ένταλμα του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου, αλλά για εξέλιξη στο πλαίσιο της τουρκικής εθνικής ποινικής διαδικασίας. Το σχετικό αίτημα δεν συνεπάγεται αυτομάτως την έκδοση Red Notice, καθώς υπόκειται σε έλεγχο συμμόρφωσης από τα αρμόδια όργανα της Interpol.
Ακόμη και στην περίπτωση έκδοσης Red Notice, αυτό δεν αποτελεί διεθνές ένταλμα σύλληψης. Πρόκειται για διεθνή αστυνομική ειδοποίηση με την οποία ζητείται από τις αρμόδιες αρχές των κρατών-μελών να εντοπίσουν ένα πρόσωπο και, σύμφωνα με το εθνικό τους δίκαιο, να εξετάσουν τη δυνατότητα προσωρινής σύλληψης ενόψει διαδικασίας έκδοσης ή άλλης δικαστικής ενέργειας.
Γεωπολιτικά, όμως, η σημασία της κίνησης είναι σαφώς μεγαλύτερη από τη νομική της εμβέλεια. Το τουρκικό βήμα έρχεται σε μία εξαιρετικά κρίσιμη συγκυρία: λίγες ημέρες μετά τα ισραηλινά πλήγματα στην αεροπορική βάση Abu al-Duhur στη Συρία, τα οποία το Ισραήλ συνέδεσε με πιθανή τουρκική στρατιωτική ανάπτυξη, και ενώ η Ουάσιγκτον επιχειρεί να δημιουργήσει μηχανισμό αποσυμπλοκής μεταξύ Τουρκίας, Ισραήλ και Συρίας.
Η εικόνα που διαμορφώνεται είναι επομένως πολύ μεγαλύτερη και ξεπερνά κατά πολύ την τουρκοϊσραηλινή αντιπαράθεση. Η εξέλιξη στη σχέση Τουρκίας–Ισραήλ συνδέεται πλέον άμεσα με τις εξελίξεις στη Συρία, ενώ οι επιπτώσεις της μπορούν να επεκταθούν στην Κύπρο και την Ανατολική Μεσόγειο, με άμεσες συνέπειες για την Ελλάδα. Ακριβώς σε αυτή τη διασύνδεση βρίσκεται και το ιδιαίτερο ελληνικό ενδιαφέρον.
Από τη διπλωματική αντιπαράθεση στον στρατηγικό ανταγωνισμό
Η τουρκική κίνηση δεν πρέπει να ερμηνευθεί κυριολεκτικά ως προσπάθεια της Άγκυρας να συλλάβει τον Νετανιάχου. Αυτό είναι περισσότερο το νομικό και επικοινωνιακό περίβλημα. Ο πραγματικός στόχος είναι η δημιουργία πολιτικού, νομικού και διπλωματικού κόστους για το Ισραήλ.
Η Άγκυρα επιχειρεί να παρουσιάσει τον Νετανιάχου και την ισραηλινή ηγεσία ως πρόσωπα που μπορούν να βρεθούν αντιμέτωπα με διεθνείς δικαστικές συνέπειες, ενώ ταυτόχρονα θέλει να εμφανίσει την Τουρκία ως κράτος που αναλαμβάνει ενεργό ρόλο στην «εφαρμογή του διεθνούς δικαίου».
Υπάρχει όμως και ένας δεύτερος αποδέκτης του μηνύματος: οι Ηνωμένες Πολιτείες. Η Άγκυρα ουσιαστικά δείχνει στην Ουάσιγκτον ότι η σχέση Τουρκίας–Ισραήλ έχει περάσει σε ποιοτικά διαφορετικό επίπεδο. Δεν πρόκειται πλέον μόνο για τη Γάζα ή για πολιτικές διαφωνίες. Η αντιπαράθεση αγγίζει πλέον τη μεταπολεμική Συρία, τη στρατιωτική παρουσία των δύο χωρών, την περιφερειακή αρχιτεκτονική ασφαλείας και τελικά την Ανατολική Μεσόγειο.
Το ισραηλινό πλήγμα στο Abu al-Duhur είναι χαρακτηριστικό. Το Ισραήλ υποστήριξε ότι η βάση κινδύνευε να χρησιμοποιηθεί για τουρκική στρατιωτική ανάπτυξη, ενώ η Τουρκία αρνήθηκε ότι υπήρχε τέτοιο σχέδιο.
Η αμερικανική αντίδραση έχει ιδιαίτερη σημασία. Ο Αμερικανός ειδικός απεσταλμένος Τομ Μπάρακ υποστήριξε ότι η Τουρκία δεν είχε προειδοποιηθεί εκ των προτέρων για το συγκεκριμένο ισραηλινό πλήγμα, ενώ από ισραηλινής πλευράς αμφισβητήθηκε αυτή η εκδοχή. Παράλληλα, η Ουάσιγκτον κινείται για τη δημιουργία ισχυρότερου μηχανισμού αποσυμπλοκής μεταξύ Τουρκίας, Ισραήλ και Συρίας.
Επομένως, δεν είναι ασφαλές να συμπεράνουμε ότι οι ΗΠΑ «δε γνώριζαν» για το πλήγμα. Αυτό που μπορούμε να πούμε με μεγαλύτερη ασφάλεια είναι ότι υπάρχει διαφορετική εικόνα ως προς το επίπεδο και τον χρόνο της αμερικανικής ενημέρωσης και ότι η Ουάσιγκτον, ανεξάρτητα από το τι γνώριζε εκ των προτέρων, έχει πλέον ως βασική προτεραιότητα την αποτροπή μιας ανεξέλεγκτης τουρκοϊσραηλινής κλιμάκωσης.
Για την Ελλάδα, αυτή η εξέλιξη δημιουργεί ταυτόχρονα ευκαιρίες και κινδύνους. Ευκαιρία, επειδή η αυξανόμενη τουρκική περιφερειακή δραστηριότητα δεν αποτελεί πλέον αποκλειστικά ελληνική ανησυχία και η Ανατολική Μεσόγειος αποκτά μεγαλύτερη σημασία για την αμερικανική στρατηγική. Κίνδυνο, επειδή ακριβώς η ανάγκη της Ουάσιγκτον να αποτρέψει μια ευρύτερη τουρκοϊσραηλινή σύγκρουση μπορεί να αυξήσει την αξία της Τουρκίας για τη Δύση και, κατ’ επέκταση, να δημιουργήσει πιέσεις για ευρύτερες περιφερειακές διευθετήσεις.
Τι κερδίζει και τι κινδυνεύει να χάσει η Ελλάδα
Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί για την Ελλάδα τόσο μια στρατηγική ευκαιρία όσο και έναν σοβαρό κίνδυνο.
Το πιθανότερο ελληνικό πλεονέκτημα είναι ότι η Τουρκία δεν αντιμετωπίζεται πλέον μόνο μέσα από το στενό πλαίσιο των ελληνοτουρκικών διαφορών. Η αυξανόμενη στρατιωτική και γεωπολιτική της δραστηριότητα στη Συρία, σε συνδυασμό με την αντιπαράθεσή της με το Ισραήλ, υποχρεώνει τις Ηνωμένες Πολιτείες και άλλους δυτικούς παράγοντες να εξετάζουν την τουρκική περιφερειακή ισχύ ως ζήτημα που αφορά συνολικά την ασφάλεια της Ανατολικής Μεσογείου.
Αυτό δίνει στην Αθήνα την ευκαιρία να μεταφέρει τη συζήτηση από το στενό πλαίσιο των ελληνοτουρκικών διαφορών στο ευρύτερο πλαίσιο της περιφερειακής ασφάλειας.
Η Αθήνα λοιπόν δεν χρειάζεται να ζητήσει από την Ουάσιγκτον να επιλέξει πλευρά. Πρέπει να την πείσει ότι η ασφάλεια της Ελλάδας και της Κύπρου αποτελεί βασική προϋπόθεση για τη σταθερότητα ολόκληρης της Ανατολικής Μεσογείου. Η Ελλάδα, ως κράτος-μέλος της ΕΕ και του NATO και ως χώρα με κρίσιμη γεωγραφική θέση, μπορεί να λειτουργεί ως παράγοντας αποτροπής, ασφάλειας και σταθερότητας στην περιοχή.
Ταυτόχρονα, η Αθήνα πρέπει να καταστήσει σαφές ότι η διαχείριση των περιφερειακών κρίσεων δεν μπορεί να δημιουργεί νέα προβλήματα ασφάλειας για την Ελλάδα και την Κύπρο. Η σταθερότητα δεν μπορεί να επιτυγχάνεται με τη μεταφορά πιέσεων προς τις δύο χώρες ούτε με την αντιμετώπισή τους ως μεταβλητής που προσαρμόζεται στις ανάγκες διαχείρισης άλλων κρίσεων.
Ο κίνδυνος για την Ελλάδα
Ωστόσο, θα ήταν σοβαρό λάθος να θεωρήσει η Αθήνα ότι η επιδείνωση των σχέσεων Τουρκίας–Ισραήλ λειτουργεί αυτομάτως υπέρ των ελληνικών συμφερόντων. Η Τουρκία μπορεί να επιχειρήσει να μετατρέψει τη γεωπολιτική της χρησιμότητα για τη Δύση σε διαπραγματευτικό πλεονέκτημα. Η λογική της είναι απλή και δοκιμασμένη με επιτυχία στο παρελθόν: «Δημιουργώ κόστος σε ένα περιφερειακό μέτωπο και χρησιμοποιώ τη σημασία μου για να κερδίσω ανταλλάγματα σε ένα άλλο».
Εάν η Τουρκία καταστεί ακόμη πιο σημαντική για τη διαχείριση της Συρίας, της Μέσης Ανατολής ή της Ανατολικής Μεσογείου, μπορεί να επιχειρήσει να αξιοποιήσει αυτή τη θέση για να αυξήσει την πίεση προς τη Δύση. Και τότε μπορεί να εμφανιστεί ένας κίνδυνος που η Ελλάδα πρέπει να προλάβει: η Ουάσιγκτον ή άλλοι δυτικοί παράγοντες, επιδιώκοντας να περιορίσουν μια ευρύτερη τουρκοϊσραηλινή κρίση, να θεωρήσουν ότι πρέπει παράλληλα να μειώσουν την ένταση στο ελληνοτουρκικό μέτωπο. Αυτό από μόνο του δεν σημαίνει ότι θα ζητηθούν ελληνικές παραχωρήσεις. Είναι όμως ένα ενδεχόμενο που η Αθήνα οφείλει να έχει ήδη αξιολογήσει.
Το κρίσιμο είναι να μην επιτρέψει να δημιουργηθεί η αντίληψη ότι η σταθερότητα στην περιοχή μπορεί να επιτευχθεί με την εξισορρόπηση των ελληνικών θέσεων ή με την πίεση προς την Ελλάδα να αποδεχθεί λύσεις που δεν ανταποκρίνονται στα δικαιώματα και τα συμφέροντά της.
Η Ελλάδα μπορεί και πρέπει να στηρίζει την αποκλιμάκωση μεταξύ Τουρκίας και Ισραήλ, τη σταθερότητα στη Συρία και την ασφάλεια της Ανατολικής Μεσογείου. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι πρέπει να αποδεχθεί οποιαδήποτε σύνδεση αυτών των ζητημάτων με τις ελληνοτουρκικές διαφορές ή να επιτρέψει να χρησιμοποιηθεί η περιφερειακή κρίση ως μοχλός πίεσης για ελληνικές υποχωρήσεις.
Γι’ αυτό η Αθήνα πρέπει να κινηθεί πριν δημιουργηθεί ένα τέτοιο δίλημμα: να καταστήσει σαφές στους συμμάχους της ότι η Ελλάδα δεν αποτελεί μέρος του προβλήματος που πρέπει να «ρυθμιστεί», αλλά μέρος της λύσης για τη σταθερότητα της Ανατολικής Μεσογείου.
Το πραγματικό ελληνικό στοίχημα, επομένως, δεν είναι απλώς να αξιοποιήσει την αντιπαράθεση Τουρκίας–Ισραήλ. Είναι να μετατρέψει τη γεωγραφική και στρατηγική της θέση σε πολιτικό και διπλωματικό πλεονέκτημα, χωρίς να επιτρέψει στην Τουρκία να μεταφέρει το κόστος της περιφερειακής της αντιπαράθεσης στην Ελλάδα και την Κύπρο.
Η Ελλάδα λοιπόν πρέπει να αξιοποιήσει τη νέα γεωπολιτική πραγματικότητα για να ενισχύσει τη θέση της — χωρίς να επιτρέψει η διαχείριση της Τουρκίας από τη Δύση να μετατραπεί σε διαχείριση της Ελλάδας.
Το τρίγωνο Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ
Η νέα αυτή πραγματικότητα αυξάνει παράλληλα τη σημασία της στρατηγικής συνεργασίας Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ. Για την Αθήνα, η συνεργασία αυτή μπορεί να αποτελέσει σημαντικό εργαλείο ενίσχυσης της περιφερειακής της θέσης, υπό την προϋπόθεση όμως ότι δεν θα μετατραπεί σε έναν τυπικό ή άτυπο «αντιτουρκικό άξονα». Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να λειτουργήσει προς όφελος της Άγκυρας, προσφέροντάς της το επιχείρημα ότι η Τουρκία αντιμετωπίζει έναν οργανωμένο περιφερειακό συνασπισμό που επιχειρεί να περιορίσει την επιρροή της.
Για τον λόγο αυτό, η Αθήνα πρέπει να επιμείνει σε ένα διαφορετικό στρατηγικό αφήγημα. Η συνεργασία Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ δεν συγκροτεί στρατιωτικό συνασπισμό εναντίον της Τουρκίας, αλλά αποτελεί πυλώνα περιφερειακής σταθερότητας, ενεργειακής ασφάλειας, προστασίας κρίσιμων υποδομών και συνεργασίας στην Ανατολική Μεσόγειο. Η διάκριση αυτή δεν είναι απλώς επικοινωνιακή. Είναι στρατηγική .Και εδώ υπάρχει μια ακόμη σημαντική διάσταση, η Ελλάδα πρέπει να προσέξει ώστε η στενότερη σχέση με το Ισραήλ να μην την καταστήσει όμηρο της τουρκοϊσραηλινής αντιπαράθεσης.
Η Αθήνα πρέπει να διατηρήσει τη στρατηγική της σχέση με το Ισραήλ, αλλά ταυτόχρονα να καταστήσει σαφές ότι δεν επιδιώκει στρατιωτική αντιπαράθεση με την Τουρκία και ότι οι ελληνοτουρκικές διαφορές δεν μπορούν να αποτελέσουν παράπλευρο πεδίο επίλυσης της τουρκοϊσραηλινής κρίσης.
Η Κύπρος είναι το πιο ευαίσθητο σημείο
Αν υπάρχει ένα σημείο που πρέπει να προκαλεί ιδιαίτερη ανησυχία στην Αθήνα, αυτό είναι η Κύπρος. Η Άγκυρα ενδέχεται να αντιμετωπίσει πλέον την Κυπριακή Δημοκρατία όχι μόνο μέσα στο παραδοσιακό πλαίσιο του Κυπριακού, αλλά και ως μέρος ενός ευρύτερου περιφερειακού πλέγματος που συνδέει τις σχέσεις της Τουρκίας με το Ισραήλ, την Ελλάδα και την Κύπρο.
Αυτό δημιουργεί έναν υπαρκτό κίνδυνο: εάν η τουρκοϊσραηλινή αντιπαράθεση στη Συρία παραμείνει έντονη, η Τουρκία μπορεί να αναζητήσει άλλα πεδία άσκησης πίεσης στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η πίεση αυτή δεν είναι απαραίτητο να λάβει τη μορφή άμεσης στρατιωτικής ενέργειας. Θα μπορούσε να εκδηλωθεί μέσω ερευνητικών δραστηριοτήτων, NAVTEX, ναυτικών ασκήσεων, ενεργειακών διεκδικήσεων, κινήσεων γύρω από την κυπριακή ΑΟΖ ή άλλων προσπαθειών δημιουργίας τετελεσμένων.
Γι’ αυτό η Αθήνα πρέπει να κινηθεί προληπτικά και να μην επιτρέψει να συνδεθεί η Κυπριακή Δημοκρατία με την τουρκοϊσραηλινή αντιπαράθεση. Η Λευκωσία δεν πρέπει να εμφανιστεί ως προέκταση της ισραηλινής στρατηγικής ούτε η συνεργασία της με το Ισραήλ να παρουσιάζεται ως μέρος κάποιου αντιτουρκικού στρατιωτικού σχεδιασμού.
Η Ελλάδα πρέπει να επιμείνει ότι η Κυπριακή Δημοκρατία είναι κυρίαρχο κράτος και κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ότι οι διεθνείς συνεργασίες της δεν μπορούν να αποτελούν πρόσχημα για απειλές, στρατιωτική πίεση ή αμφισβήτηση των κυριαρχικών της δικαιωμάτων.
Το μήνυμα αυτό δεν πρέπει να παραμείνει αποκλειστικά ελληνοκυπριακό. Πρέπει να γίνει ευρωπαϊκή και αμερικανική θέση.
Και εδώ βρίσκεται ένας από τους σοβαρότερους κινδύνους για την Αθήνα: να επιτρέψει στην Τουρκία να μετατρέψει την Κύπρο σε παράπλευρο πεδίο της τουρκοϊσραηλινής αντιπαράθεσης ή, ακόμη χειρότερα, σε αντικείμενο διαπραγμάτευσης στο πλαίσιο της προσπάθειας της Δύσης να διαχειριστεί την Τουρκία.
Η ελληνική στρατηγική πρέπει να προλάβει ακριβώς αυτό το ενδεχόμενο: η διαχείριση της τουρκικής ισχύος από τη Δύση να μη μετατραπεί σε πίεση ή κόστος για την Ελλάδα και την Κύπρο.
Η Ανατολική Μεσόγειος ως νέο πεδίο στρατηγικού ανταγωνισμού
Η μεγαλύτερη στρατηγική αλλαγή που μπορεί να προκύψει από την κλιμάκωση των σχέσεων Τουρκίας–Ισραήλ είναι η πιθανότητα η αντιπαράθεση να αποκτήσει σταδιακά ευρύτερη γεωγραφική διάσταση.
Η Γάζα αποτέλεσε βασικό σημείο σύγκρουσης, ενώ η Συρία εξελίσσεται πλέον σε κρίσιμο πεδίο όπου διασταυρώνονται οι τουρκικές και ισραηλινές στρατηγικές επιδιώξεις.
Το επόμενο επίπεδο κινδύνου αφορά την Ανατολική Μεσόγειο, όχι επειδή είναι αναπόφευκτο ότι η αντιπαράθεση θα μεταφερθεί εκεί, αλλά επειδή πρόκειται για έναν χώρο στον οποίο συναντώνται άμεσα τα συμφέροντα της Ελλάδας, της Κύπρου, της Τουρκίας, του Ισραήλ, της Αιγύπτου, της Συρίας, της Λιβύης, των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Και η σημασία της περιοχής δεν περιορίζεται πλέον στους υδρογονάνθρακες ή στις γνωστές διαφορές για τις θαλάσσιες ζώνες.
Η Ανατολική Μεσόγειος εξελίσσεται σε κρίσιμο χώρο για την ενεργειακή και ψηφιακή συνδεσιμότητα της Ευρώπης, καθώς φιλοξενεί ή σχεδιάζεται να φιλοξενήσει ηλεκτρικές διασυνδέσεις, υποθαλάσσια τηλεπικοινωνιακά καλώδια, ενεργειακές υποδομές, λιμάνια, θαλάσσιους διαδρόμους και άλλες κρίσιμες υποδομές.
Αυτό σημαίνει ότι ο ανταγωνισμός δεν αφορά πλέον μόνο το ποιος δικαιούται τι στη θάλασσα, αλλά και το ποιος ελέγχει, προστατεύει ή επηρεάζει τις υποδομές και τις διαδρομές μέσω των οποίων θα μετακινούνται ενέργεια, δεδομένα, εμπορεύματα και στρατηγικές δυνατότητες.
Υπό αυτή την έννοια, η Ανατολική Μεσόγειος μπορεί να εξελιχθεί σε ένα πολύ ευρύτερο πεδίο στρατηγικού ανταγωνισμού.
Και αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό για την Ελλάδα, διότι η γεωγραφική της θέση την καθιστά ταυτόχρονα μέρος του ανταγωνισμού και πιθανό κόμβο της περιφερειακής αρχιτεκτονικής ασφάλειας.
Το μεγάλο ελληνικό πλεονέκτημα
Η Ελλάδα διαθέτει έναν σπάνιο συνδυασμό γεωπολιτικών πλεονεκτημάτων: είναι κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΝΑΤΟ, διατηρεί στρατηγικές σχέσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ, συνεργάζεται στενά με την Αίγυπτο και την Κύπρο, βρίσκεται στο άμεσο γεωγραφικό περιβάλλον της Μέσης Ανατολής και ταυτόχρονα αποτελεί τη χώρα της ΕΕ που βρίσκεται στην άμεση γειτονιά της Τουρκίας.
Η αξία αυτής της θέσης δε βρίσκεται στην ικανότητα της Αθήνας να χρησιμοποιήσει τις σχέσεις αυτές εναντίον της Άγκυρας, αλλά στη δυνατότητά της να προσφέρει πρακτικές λύσεις σε ένα περιβάλλον αυξανόμενης περιφερειακής αστάθειας.
Εάν η Ουάσιγκτον επιδιώκει να αποτρέψει μια ανεξέλεγκτη τουρκοϊσραηλινή κλιμάκωση, να διατηρήσει τη σταθερότητα στη Συρία και να προστατεύσει τις κρίσιμες υποδομές και τις θαλάσσιες οδούς της Ανατολικής Μεσογείου, η Ελλάδα μπορεί να διεκδικήσει ρόλο κόμβου πρόληψης και διαχείρισης κρίσεων.
Η Αθήνα θα πρέπει επομένως να παρουσιάσει συγκεκριμένες δυνατότητες όπως λιμάνια, αεροπορικές και ναυτικές υποδομές, επιτήρηση θαλάσσιων περιοχών, ενεργειακές και ψηφιακές διασυνδέσεις, πολιτική και στρατιωτική συνεργασία και να προτείνει τη συμμετοχή της σε έναν ευρύτερο μηχανισμό περιφερειακής ασφάλειας και αποσυμπλοκής.
Τι πρέπει να κάνει πρακτικά η Αθήνα
Η Ελλάδα δεν πρέπει να περιμένει να εξελιχθεί η κρίση για να αντιδράσει. Χρειάζεται να κινηθεί προληπτικά και να μετατρέψει τη γεωπολιτική της θέση σε συγκεκριμένη διπλωματική και στρατηγική αξία.
Πρώτον, η Αθήνα θα πρέπει να επιδιώξει με την Ουάσιγκτον έναν ενισχυμένο στρατηγικό διάλογο για την Ανατολική Μεσόγειο και τη Νότια Πτέρυγα του ΝΑΤΟ, στον οποίο να εξετάζονται συνδεδεμένα ζητήματα όπως η Συρία, η Κύπρος, το Αιγαίο, η Λιβύη, οι θαλάσσιες οδοί και η προστασία κρίσιμων ενεργειακών, ψηφιακών και μεταφορικών υποδομών.
Δεύτερον, πρέπει να συνεχιστεί η στρατηγική συνεργασία με το Ισραήλ, αλλά με σαφή στρατηγικά όρια. Η Ελλάδα δεν πρέπει να γίνει μέρος μιας στρατιωτικής αντιπαράθεσης Ισραήλ–Τουρκίας ούτε να επιτρέψει να παρουσιαστεί ως τέτοια.
Τρίτον, Ελλάδα και Κύπρος χρειάζονται έναν μόνιμο μηχανισμό στρατηγικής παρακολούθησης της τουρκοϊσραηλινής κρίσης και των πιθανών επιπτώσεών της στην Ανατολική Μεσόγειο, με έμφαση στις στρατιωτικές κινήσεις, NAVTEX και NOTAM, ενεργειακές και ψηφιακές υποδομές, κυβερνοαπειλές και υβριδικές ενέργειες.
Τέταρτον, η Αθήνα πρέπει να μεταφέρει συστηματικά το ζήτημα στις Βρυξέλλες. Η ασφάλεια της Ανατολικής Μεσογείου δεν είναι πλέον μόνο περιφερειακό ή ελληνοτουρκικό ζήτημα. Η περιοχή αποτελεί κρίσιμο χώρο για την ευρωπαϊκή ενεργειακή ασφάλεια, τις θαλάσσιες μεταφορές, τις ψηφιακές διασυνδέσεις και την προστασία κρίσιμων υποδομών.
Πέμπτον, χρειάζεται ενίσχυση του στρατηγικού συντονισμού Αθήνας–Λευκωσίας–Καΐρου. Η Αίγυπτος έχει σημαντικό συμφέρον να αποτραπεί τόσο η ανεξέλεγκτη τουρκική περιφερειακή επέκταση όσο και μια ευρύτερη τουρκοϊσραηλινή σύγκρουση που θα μπορούσε να αποσταθεροποιήσει τη Συρία και την Ανατολική Μεσόγειο.
Έκτον, η Ελλάδα πρέπει να προετοιμαστεί για το ενδεχόμενο η Τουρκία να επιχειρήσει να μεταφέρει την πίεση από τη Συρία στην Ανατολική Μεσόγειο. Αυτό σημαίνει εκ των προτέρων καθορισμένες κόκκινες γραμμές, διπλωματικά διαβήματα, ευρωπαϊκές και συμμαχικές διαδικασίες αντίδρασης και επιχειρησιακά σχέδια διαχείρισης κρίσης.
Έβδομον, και ίσως σημαντικότερο, η Αθήνα πρέπει να αποφύγει την παγίδα της ανταλλακτικής λογικής. Εάν η Τουρκία καταστεί περισσότερο χρήσιμη στη Δύση λόγω της θέσης της στη Συρία, στη Μέση Ανατολή ή στη διαχείριση της τουρκοϊσραηλινής κρίσης, αυτό δεν πρέπει να μεταφραστεί σε πίεση προς την Ελλάδα για παραχωρήσεις στο Αιγαίο ή στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η ελληνική στρατηγική, επομένως, δεν πρέπει να είναι να εκμεταλλευθεί την τουρκοϊσραηλινή σύγκρουση για να αποδυναμώσει την Τουρκία. Πρέπει να εκμεταλλευθεί τη νέα γεωπολιτική πραγματικότητα για να καταστήσει σαφές ότι οποιαδήποτε προσπάθεια μεταφοράς της κρίσης στην Ανατολική Μεσόγειο θα έχει ευρωπαϊκό, αμερικανικό και περιφερειακό κόστος.
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται να γίνει μέρος της σύγκρουσης για να επηρεάσει την έκβασή της.
Χρειάζεται να γίνει τόσο χρήσιμη στη διαχείριση της σταθερότητας, ώστε κανείς να μην μπορεί να σχεδιάσει την περιφερειακή ασφάλεια χωρίς αυτήν.
Το «weaponization of law»
Το τουρκικό αίτημα προς την Interpol έχει και μία ευρύτερη διάσταση που η Ελλάδα δεν πρέπει να αγνοήσει. Η Άγκυρα επιχειρεί να αξιοποιήσει εθνικές ποινικές διαδικασίες, διεθνείς μηχανισμούς αστυνομικής συνεργασίας, διεθνείς οργανισμούς και διπλωματικά εργαλεία για να αυξήσει το πολιτικό και διεθνές κόστος που επιδιώκει να επιβάλει στο Ισραήλ.
Η πρακτική αυτή εντάσσεται σε μια ευρύτερη τάση που συχνά περιγράφεται ως weaponization of law ή lawfare: τη χρησιμοποίηση νομικών και θεσμικών μηχανισμών όχι μόνο για την απονομή δικαιοσύνης, αλλά και ως μέσο άσκησης στρατηγικής και πολιτικής πίεσης.
Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι κάθε τουρκική νομική ενέργεια είναι αυτομάτως καταχρηστική ή ότι η Interpol λειτουργεί ως εργαλείο της Άγκυρας. Οι διεθνείς οργανισμοί διαθέτουν δικούς τους κανόνες και μηχανισμούς ελέγχου, ενώ ένα αίτημα Red Notice υπόκειται σε έλεγχο συμμόρφωσης και μπορεί να απορριφθεί.
Το ενδιαφέρον για την Ελλάδα βρίσκεται αλλού: στο γεγονός ότι η Τουρκία δείχνει πρόθυμη να χρησιμοποιεί ταυτόχρονα διαφορετικά θεσμικά και νομικά πεδία, ώστε να ενισχύει την πίεση που ασκεί στους αντιπάλους της.
Η εξέλιξη αυτή αποτελεί προειδοποίηση και για την Αθήνα. Δεν σημαίνει ότι επίκειται κατ’ ανάγκη τουρκική έκδοση ενταλμάτων εναντίον Ελλήνων αξιωματούχων. Σημαίνει όμως ότι η Ελλάδα πρέπει να είναι προετοιμασμένη για το ενδεχόμενο η Τουρκία να επιχειρήσει να χρησιμοποιήσει διοικητικές, δικαστικές, κανονιστικές ή άλλες διεθνείς διαδικασίες εναντίον προσώπων, εταιρειών, οργανισμών ή δραστηριοτήτων που συνδέονται με ελληνικά συμφέροντα, ιδιαίτερα σε ζητήματα όπως η ενέργεια, η ναυτιλία, η άμυνα, οι θαλάσσιες δραστηριότητες και η Ανατολική Μεσόγειος.
Η απάντηση της Αθήνας δεν πρέπει να είναι η αποδυνάμωση ή η πολιτικοποίηση του διεθνούς δικαίου. Θα πρέπει να είναι ακριβώς το αντίθετο: συστηματική παρουσία και θεσμική ετοιμότητα μέσα στους ίδιους τους διεθνείς οργανισμούς, άμεση νομική τεκμηρίωση, συμμαχικός συντονισμός και έγκαιρη αντιμετώπιση κάθε απόπειρας καταχρηστικής αξιοποίησης διεθνών μηχανισμών.
Το διεθνές δίκαιο, επομένως, δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται πλέον μόνο ως ασπίδα απέναντι στην ισχύ. Στον σύγχρονο γεωπολιτικό ανταγωνισμό αποτελεί ταυτόχρονα πεδίο στρατηγικού ανταγωνισμού — και όποιος δεν είναι παρών σε αυτό, αφήνει χώρο στον αντίπαλο να διαμορφώσει το θεσμικό και νομικό περιβάλλον εις βάρος του.
Το επόμενο 12μηνο: κίνδυνοι, ευκαιρίες και σημεία καμπής
Εδώ βρίσκεται ίσως το σημαντικότερο μέρος της ανάλυσης. Το ζητούμενο δεν είναι να προβλεφθεί με ακρίβεια η επόμενη κίνηση της Τουρκίας ή του Ισραήλ, αλλά να εντοπιστούν οι πιθανότερες κατευθύνσεις εξέλιξης και τα σημεία στα οποία αυξάνεται ο κίνδυνος για την Ελλάδα και την Κύπρο.
Σε 3 μήνες: ελεγχόμενη κλιμάκωση και δοκιμή ορίων
Στο άμεσο διάστημα, το πιθανότερο είναι να συνεχιστεί η πολιτική, διπλωματική και νομική αντιπαράθεση Τουρκίας–Ισραήλ, χωρίς να υπάρχει ένδειξη ότι κάποια από τις δύο πλευρές επιδιώκει έναν γενικευμένο στρατιωτικό πόλεμο.
Στη Συρία, η Τουρκία θα επιχειρήσει να εδραιώσει την επιρροή και τις στρατιωτικές της δυνατότητες, ενώ το Ισραήλ θα συνεχίσει να προστατεύει τις δικές του επιχειρησιακές και ασφαλείας «κόκκινες γραμμές».
Το κρίσιμο ερώτημα θα είναι εάν οι δύο πλευρές μπορούν να διατηρήσουν τη σύγκρουση κάτω από το επίπεδο της άμεσης στρατιωτικής αναμέτρησης.
Παράλληλα, οι Ηνωμένες Πολιτείες αναμένεται να επιδιώξουν τη διατήρηση διαύλων επικοινωνίας και μηχανισμών αποσυμπλοκής, ώστε ένα μεμονωμένο περιστατικό να μην εξελιχθεί σε αλυσιδωτή κρίση.
Για την Ελλάδα: η Αθήνα πρέπει να κινηθεί πριν από την επόμενη κρίση και όχι μετά από αυτήν.
Σε 6 μήνες: πιθανή διεύρυνση του ανταγωνισμού
Εάν η τουρκοϊσραηλινή αντιπαράθεση παραμείνει έντονη χωρίς να οδηγηθεί σε γενικευμένη σύγκρουση, η Τουρκία θα μπορούσε να έχει ισχυρό κίνητρο να αποδείξει ότι διατηρεί την πρωτοβουλία και την ελευθερία κινήσεων στην περιοχή.
Σε αυτό το στάδιο αυξάνεται η πιθανότητα η τουρκική δραστηριότητα να αποκτήσει μεγαλύτερη ένταση στην Ανατολική Μεσόγειο, στην Κύπρο και στη Λιβύη, χωρίς αυτό να σημαίνει κατ’ ανάγκη άμεση στρατιωτική σύγκρουση με την Ελλάδα.
Πιθανότερες μορφές πίεσης θα μπορούσαν να είναι νέες NAVTEX και NOTAM, ερευνητικές ή σεισμογραφικές δραστηριότητες, ναυτικές και αεροπορικές ασκήσεις, ενεργειακές διεκδικήσεις, κινήσεις γύρω από θαλάσσιες υποδομές , διπλωματικές πρωτοβουλίες, αυξημένη ρητορική, υβριδικές ενέργειες και προσπάθειες δημιουργίας νέων τετελεσμένων.
Η λογική θα μπορούσε να είναι ότι η Άγκυρα επιδιώκει να δείξει προς τη Δύση ότι, παρά την αντιπαράθεσή της με το Ισραήλ, παραμένει αναγκαίος περιφερειακός παράγοντας και ότι η σταθερότητα στην Ανατολική Μεσόγειο δεν μπορεί να επιτευχθεί χωρίς τη συνεργασία της.
Για την Ελλάδα: η Αθήνα πρέπει να αποτρέψει την απομόνωση κάθε τουρκικής ενέργειας από το ευρύτερο περιφερειακό πλαίσιο.
Εάν, για παράδειγμα, μια τουρκική κίνηση στην Ανατολική Μεσόγειο παρουσιαστεί αποκλειστικά ως «ελληνοτουρκική διαφορά», η Τουρκία αποκτά πλεονέκτημα. Η Ελλάδα πρέπει να εξηγεί ότι η ασφάλεια της Ανατολικής Μεσογείου συνδέεται πλέον με την προστασία ευρωπαϊκών υποδομών, θαλάσσιων οδών, ενεργειακών και ψηφιακών διασυνδέσεων.
Σε 12 μήνες: τρία βασικά σενάρια
Σενάριο Α — Ελεγχόμενος ανταγωνισμός
Η Τουρκία και το Ισραήλ παραμένουν στρατηγικοί αντίπαλοι, πραγματοποιούνται περιοδικές εντάσεις και ενδεχομένως περιορισμένα επεισόδια, αλλά διατηρούνται δίαυλοι επικοινωνίας και μηχανισμοί αποσυμπλοκής.
Η Συρία παραμένει πεδίο ανταγωνισμού, χωρίς όμως να μετατρέπεται σε θέατρο άμεσης τουρκοϊσραηλινής σύγκρουσης.
Για την Ελλάδα είναι το καλύτερο σενάριο.
Της επιτρέπει να αξιοποιήσει τη γεωγραφική και συμμαχική της θέση και να εδραιωθεί ως ευρωπαϊκός πυλώνας σταθερότητας στην Ανατολική Μεσόγειο, χωρίς να χρειάζεται να εμπλακεί στην τουρκοϊσραηλινή αντιπαράθεση.
Σενάριο Β — Παρατεταμένη περιφερειακή κρίση
Η ένταση Τουρκίας–Ισραήλ παραμένει υψηλή, σημειώνονται επαναλαμβανόμενα επεισόδια στη Συρία, ενώ η Τουρκία αυξάνει παράλληλα τη δραστηριότητά της στην Κύπρο και την Ανατολική Μεσόγειο.
Δεν έχουμε γενικευμένο πόλεμο, αλλά δημιουργείται ένα μόνιμο περιβάλλον υψηλής έντασης, στο οποίο οι κρίσεις διαδέχονται η μία την άλλη χωρίς να οδηγούν απαραίτητα σε γενικευμένη σύγκρουση.
Αποτελεί το σημαντικότερο σενάριο παρακολούθησης για την Ελλάδα, επειδή συνδυάζει παρατεταμένη περιφερειακή αστάθεια με αυξημένα περιθώρια τουρκικής πίεσης, χωρίς να απαιτεί έναν γενικευμένο πόλεμο.
Η Ελλάδα τότε θα πρέπει να διαχειριστεί ταυτόχρονα δύο κινδύνους:
αποτροπή της τουρκικής πίεσης + αποφυγή εμπλοκής στην τουρκοϊσραηλινή αντιπαράθεση.
Και υπάρχει ένας τρίτος, ίσως ακόμη πιο κρίσιμος:
να μην επιτρέψει η ανάγκη της Δύσης να διαχειριστεί την Τουρκία και να διατηρήσει την περιφερειακή σταθερότητα να μετατραπεί σε πίεση προς την Αθήνα για παραχωρήσεις σε ζητήματα που αφορούν τα ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα ή τις ελληνοτουρκικές διαφορές.
Εδώ βρίσκεται ίσως ο μεγαλύτερος στρατηγικός κίνδυνος για την Ελλάδα: όχι η τουρκοϊσραηλινή σύγκρουση καθαυτή, αλλά η πιθανότητα η αυξημένη γεωπολιτική χρησιμότητα της Τουρκίας να δημιουργήσει στη Δύση την ανάγκη να τη «διαχειριστεί» — και η διαχείριση αυτή να μετατραπεί, άμεσα ή έμμεσα, σε πίεση προς την Αθήνα.
Σενάριο Γ — Σοβαρό τουρκοϊσραηλινό στρατιωτικό επεισόδιο
Ένα νέο ισραηλινό πλήγμα σε τουρκική εγκατάσταση ή μια τουρκική στρατιωτική ενέργεια στη Συρία προκαλεί άμεση αντιπαράθεση.
Το κρίσιμο εδώ είναι ότι δε χρειάζεται να φτάσουμε σε πόλεμο για να υπάρξουν σοβαρές συνέπειες.
Ακόμη και ένα περιορισμένο στρατιωτικό επεισόδιο θα μπορούσε να οδηγήσει σε έντονη αμερικανική παρέμβαση, αύξηση της στρατιωτικής παρουσίας στην Ανατολική Μεσόγειο, μεγαλύτερη στρατηγική σημασία της Κύπρου, αυξημένη κινητικότητα Ελλάδας και Τουρκίας και πίεση στις ενεργειακές και ψηφιακές υποδομές, πιθανή μεταφορά της έντασης σε άλλα περιφερειακά μέτωπα.
Σε αυτή την περίπτωση η Ελλάδα θα αντιμετωπίσει το δυσκολότερο στρατηγικό δίλημμα που δεν είναι άλλο από το να παραμείνει αξιόπιστος σύμμαχος του Ισραήλ χωρίς να καταστεί εμπλεκόμενο μέρος μιας τουρκοϊσραηλινής στρατιωτικής σύγκρουσης. Ταυτόχρονα, θα πρέπει να διασφαλίσει ότι η Τουρκία δε θα αξιοποιήσει την κρίση για να ανοίξει δεύτερο μέτωπο πίεσης στο Αιγαίο ή στην Ανατολική Μεσόγειο. Αυτό θα είναι το πραγματικό τεστ της ελληνικής στρατηγικής.
Η τουρκική κίνηση μπορεί να γίνει ελληνικό πλεονέκτημα
Το τουρκικό αίτημα για Red Notice κατά του Νετανιάχου δεν αλλάζει από μόνο του την ισορροπία ισχύος. Δεν αποδυναμώνει στρατιωτικά την Τουρκία ούτε ενισχύει αυτομάτως την Ελλάδα.
Η πραγματική σημασία του βρίσκεται αλλού.
Αποτελεί μία ακόμη ένδειξη ότι η αντιπαράθεση Τουρκίας–Ισραήλ αποκτά ευρύτερη περιφερειακή διάσταση, καθώς συνδέεται πλέον με τη Συρία, την ασφάλεια της Ανατολικής Μεσογείου και τη διαμόρφωση της περιφερειακής τάξης.
Η εξέλιξη αυτή μπορεί να αποτελέσει για την Ελλάδα στρατηγική ευκαιρία.
Όχι επειδή η Αθήνα πρέπει να χαρεί για τη σύγκρουση δύο άλλων χωρών, αλλά επειδή δημιουργείται η δυνατότητα να μετατραπεί από χώρα που απλώς αντιδρά στις τουρκικές κινήσεις σε χώρα που αποτελεί αναγκαίο πυλώνα της περιφερειακής ασφάλειας.
Η Αθήνα πρέπει επομένως να επιδιώξει πέντε πράγματα:
Πρώτον, να καταστήσει την Ανατολική Μεσόγειο σαφή αμερικανική και ευρωπαϊκή προτεραιότητα ασφάλειας.
Δεύτερον, να εδραιώσει τη συνεργασία Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ, χωρίς να επιτρέψει να μετατραπεί σε επίσημο αντιτουρκικό στρατόπεδο.
Τρίτον, να προστατεύσει την Κύπρο από το ενδεχόμενο να μετατραπεί σε παράπλευρο πεδίο της τουρκοϊσραηλινής αντιπαράθεσης.
Τέταρτον, να ενισχύσει την αποτρεπτική της ικανότητα χωρίς να επιδιώκει άσκοπη κλιμάκωση στο Αιγαίο ή στην Ανατολική Μεσόγειο.
Πέμπτον, να πείσει Ουάσιγκτον και Βρυξέλλες ότι σοβαρή πίεση εναντίον Ελλάδας ή Κύπρου δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως ακόμη μία απομονωμένη ελληνοτουρκική διαφορά, αλλά να αξιολογείται μέσα στο ευρύτερο περιβάλλον ασφάλειας της Ανατολικής Μεσογείου.
Το βασικό ελληνικό στοίχημα, επομένως, δεν είναι να επιλέξει μεταξύ Τουρκίας και Ισραήλ. Είναι να καταστήσει σαφές ότι:
Χωρίς σταθερή Ελλάδα και ασφαλή Κύπρο, δεν μπορεί να υπάρξει σταθερή Ανατολική Μεσόγειος.
Εάν η Αθήνα καταφέρει να μετατρέψει αυτή τη θέση σε συγκεκριμένη διπλωματική, στρατιωτική και ευρωπαϊκή πολιτική, τότε η τουρκική κίνηση εναντίον του Νετανιάχου μπορεί να αποδειχθεί κάτι περισσότερο από μία ακόμη διπλωματική σύγκρουση.
Μπορεί να αποτελέσει αφορμή για την αναβάθμιση της γεωπολιτικής αξίας της Ελλάδας και της Κύπρου.
Το ζητούμενο, όμως, δεν είναι να εκμεταλλευθεί η Αθήνα την αντιπαράθεση Τουρκίας–Ισραήλ. Είναι να αποτρέψει το ενδεχόμενο το κόστος αυτής της αντιπαράθεσης να μεταφερθεί στην Ελλάδα και την Κύπρο και, ταυτόχρονα, να καταστήσει σαφές προς την Ουάσιγκτον και τις Βρυξέλλες ότι η γεωγραφική και στρατηγική αξία της Ελλάδας αποτελεί μέρος της λύσης για τη σταθερότητα της Ανατολικής Μεσογείου.
Ο χρόνος, επομένως, είναι κρίσιμος. Η Αθήνα πρέπει να κινηθεί πριν η Τουρκία αποφασίσει αν και πού θα μεταφέρει την πίεση που σήμερα δέχεται στη Συρία — και πριν η Ουάσιγκτον βρεθεί αντιμέτωπη με το δίλημμα να διαχειριστεί την Τουρκία με τρόπους που θα μπορούσαν να μεταφέρουν το κόστος αυτής της διαχείρισης στην Ελλάδα και την Κύπρο.
Η ελληνική στρατηγική πρέπει να προλάβει αυτό το ενδεχόμενο, όχι να το αντιμετωπίσει εκ των υστέρων.
Ο κ. Κωνσταντίνος Φλωράτος PhD, MSc, MBA, BSc, απόστρατος αξιωματικός ΠΝ,
ασχολείται με ζητήματα γεωπολιτικής, Εθνικής Άμυνας και στρατηγικής ανάλυσης.
Το ερευνητικό του ενδιαφέρον επικεντρώνεται στις μεταβολές της διεθνούς
αρχιτεκτονικής ασφαλείας, στις παγκόσμιες γεωπολιτικές εξελίξεις και στον ρόλο
των νέων τεχνολογιών και της οικονομίας στη διαμόρφωση της ισχύος των κρατών.





