Η σοσιαλδημοκρατία της «αριστερής αφομοίωσης»
Κούτσουρα στη φωτιά που ζεσταίνει το καζάνι όπου μαγειρεύεται η γνωστή από παλιά, κακόγευστη σούπα της διάκρισης μεταξύ «δεξιάς» και «αριστερής» σοσιαλδημοκρατίας πρόσθεσε το στέλεχος του ΠΑΣΟΚ και δήμαρχος Αθηνών, Χ. Δούκας, με άρθρο του που δημοσιεύτηκε πρόσφατα στην «ΕφΣυν», με τον βαρύγδουπο τίτλο «Το ΟΧΙ της ανατροπής». Σύμφωνα με τα γνωστά κλισέ, μάλιστα, το άρθρο «τάραξε τα νερά» στον χώρο του ΠΑΣΟΚ που αναζητεί σταθερή περπατησιά εν μέσω αναμόρφωσης του αστικού πολιτικού συστήματος.
Στο άρθρο του, ο κ. Δούκας αντιπαραθέτει ένα όραμα «δημοκρατικής προοδευτικής πολιτικής» με προοπτική «προοδευτικής διακυβέρνησης» σε αυτό που ονομάζει «σοσιαλδημοκρατία της αφομοίωσης» που «δεν επιδιώκει να νικήσει τις δεξιές απόψεις, αλλά να δώσει εξετάσεις ως υπεύθυνος μελλοντικός εταίρος, ως συμπληρωματική δύναμη».
Ας μη σταθούμε αναλυτικά στο τι έχει αποδειχθεί στην πράξη ότι σημαίνει για τους κατοίκους της Αθήνας το μοντέλο που προτείνει, στο οποίο «η πόλη μπορεί να γίνει σήμερα ένα ζωντανό εργαστήριο προοδευτικής διακυβέρνησης» και το οποίο ο ίδιος υλοποιεί ως δήμαρχος. Για παράδειγμα, την αγαστή σύμπραξη με την κυβέρνηση της ΝΔ για να εξυπηρετηθούν τα σχέδια ενός μεγαλοεφοπλιστή – ιδιοκτήτη ΜΜΕ – ιδιοκτήτη μεγάλης ΠΑΕ κ.ά. για τον Βοτανικό, μέσω των οποίων προωθούνται τεράστιες μπίζνες στην ευρύτερη περιοχή από τράπεζες, εταιρείες real estate και άλλους επιχειρηματικούς ομίλους που ξερογλείφονται για τα συνοδευτικά έργα και πέριξ του γηπέδου, σε βάρος των αναγκών του εργαζόμενου λαού. `Η για το ότι τα δημοτικά τέλη στην Αθήνα διατηρούνται στα αυξημένα επίπεδα που τα είχε φτάσει η προηγούμενη διοίκηση της ΝΔ. `Η για την απαράδεκτη κατάσταση της σχολικής στέγης σε όλη την Αθήνα, με το Τεχνικό Πρόγραμμα που ψηφίστηκε για το 2026 να προβλέπει να 3,3 εκατ. ευρώ λιγότερα από το 2025. `Η την ουσιαστικά ολοκληρωτική εγκατάλειψη φτωχών εργατογειτονιών της Αθήνας… Ας σταθούμε μόνο στην «καρδιά» της τοποθέτησής του.
Ενταση των ψευτοδιλημμάτων για τον εγκλωβισμό εργατικών – λαϊκών δυνάμεων

Άρθρο του Δημήτρη Κοιλάκου, μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ στον «Ριζοσπάστη» του Σαββατοκύριακου 29-30/8
Φαινομενικά, το άρθρο απαντά σε φωνές στο εσωτερικό του ΠΑΣΟΚ που θέτουν ζήτημα αμφισβήτησης της συνεδριακής του απόφασης περί άρνησης κυβερνητικής συνεργασίας με τη ΝΔ. Ομως, μέσα από τη συλλογιστική που αναπτύσσεται, προκύπτουν μια σειρά ζητήματα, που αφορούν συνολικότερα την αντιπαράθεση με τη σοσιαλδημοκρατία σε όλες τις εκδοχές της.
Εξάλλου, πολλά από αυτά που λέει ο κ. Δούκας είναι, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, θέσεις που υιοθετούνται τόσο από το ΠΑΣΟΚ, όσο και από το κόμμα Τσίπρα, αλλά και από τα αποκόμματα του ΣΥΡΙΖΑ και διάφορους «γυρολόγους» που αναζητούν νέα πολιτική στέγη.
Από την άποψη αυτή, τα ζητήματα που τίθενται στο άρθρο πρέπει να εξεταστούν υπό το πρίσμα των διεργασιών ανασύνθεσης της σοσιαλδημοκρατίας που βρίσκονται σε εξέλιξη1, με το κόμμα Τσίπρα και το ΠΑΣΟΚ να κονταροχτυπιούνται για το ποιος θα αποτελέσει τον «κορμό» γύρω από τον οποίο θα επιχειρηθεί η αναμόρφωση του χώρου. Στο επίκεντρο αυτών των διεργασιών βρίσκεται η συμβολή των δυνάμεων της σοσιαλδημοκρατίας στη σταθερότητα, την εύρυθμη λειτουργία του πολιτικού συστήματος και τη διαμόρφωση αξιόπιστων κυβερνητικών σχημάτων, για τη θωράκιση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής καπιταλιστικής οικονομίας και την πολεμική προετοιμασία.
Η ένταση των προσπαθειών να ξεπεραστεί η σημερινή της εικόνα συνεπάγεται ένταση της προσπάθειας εγκλωβισμού εργατικών – λαϊκών δυνάμεων μέσα από την αναζωπύρωση των χρεοκοπημένων αυταπατών ότι μπορεί τάχα να υπάρξει κάποιος κοινοβουλευτικός συσχετισμός στο πλαίσιο του αστικού πολιτικού συστήματος και στο έδαφος του καπιταλισμού που να υπηρετεί ταυτόχρονα και την καπιταλιστική κερδοφορία και τις λαϊκές ανάγκες.
Ομως, η σκληρή πραγματικότητα επιβεβαιώνει ότι δεν υπάρχουν τέτοιες μαγικές λύσεις. Οποιο μείγμα διαχείρισης και κυβερνητικής πολιτικής κι αν ακολουθηθεί, όποιο παραγωγικό μοντέλο καπιταλιστικής ανάπτυξης κι αν επιλεγεί, όσο παραμένει εδραιωμένη η εξουσία του κεφαλαίου, αυτή θα βασίζεται πάντα στην επιδίωξη να αυξάνεται ο βαθμός εκμετάλλευσης, το ξεζούμισμα των εργαζομένων για να αυξηθούν τα κέρδη των επιχειρηματικών ομίλων. Οπως κι αν προσπαθεί να αμπαλάρει η σοσιαλδημοκρατία τις προτάσεις της, ο λαός δεν μπορεί να κερδίσει χωρίς να χάσει το κεφάλαιο.
«Ανατρεπτικές» λαθροχειρίες και παγίδες ενσωμάτωσης
Το άρθρο του κ. Δούκα επιβεβαιώνει ότι η σοσιαλδημοκρατία συνεχώς πασχίζει για την επικαιροποίηση και προσαρμογή της επιχειρηματολογίας της, ώστε να διεισδύει πιο αποτελεσματικά σε εργατικές λαϊκές δυνάμεις, να τις αφοπλίζει και να τις ενσωματώνει. Εν προκειμένω, επιχειρώντας να υιοθετήσει ως πολιτική επιδίωξη την «ανατροπή», σε σύμπλευση με το κόμμα Τσίπρα. Μια κάλπικη «ανατροπή», βέβαια, που δεν έχει καμιά σχέση με το επαναστατικό, αντικαπιταλιστικό περιεχόμενο με το οποίο χρησιμοποιείται ο όρος στην καθημερινή πολιτική προπαγάνδα του ΚΚΕ.
Είναι χαρακτηριστικό ότι ως «πραγματικό δίλημμα»που θα καθορίσει όχι μόνο τις εκλογικές τύχες, αλλά και την εφεξής προοπτική της «δημοκρατικής παράταξης» ο κ. Δούκας θέτει το εξής: «Οι προοδευτικές πολιτικές πρέπει να γίνουν δύναμη ανατροπής ή δύναμη αφομοίωσης;». Τι εννοεί αλήθεια ο Δούκας όταν μιλάει για ανατροπή; Προφανώς την ανατροπή της κυβέρνησης Μητσοτάκη ή των «νεοφιλελεύθερων πολιτικών της». Το δίλημμα είναι ψευδεπίγραφο, καθώς, παρά τις διαφορές στις διακηρύξεις των διάφορων αστικών κομμάτων και των στελεχών τους, είναι δεδομένος ο ταξικός χαρακτήρας οποιασδήποτε εκδοχής διαχείρισης προβάλλεται ως δυνάμει εναλλακτική κυβερνητική επιλογή στο έδαφος του καπιταλισμού.
Το πραγματικό δίλημμα για τον λαό είναι αν θα ενισχυθεί η πάλη για την ανατροπή του συστήματος της εκμετάλλευσης και του πολέμου, για την ανατροπή του καπιταλισμού ή οι προσπάθειες θωράκισής του για να αντέξει σε κλονισμούς που παραμονεύουν. Η πρώτη επιλογή ταυτίζεται με τη συμπόρευση με το ΚΚΕ, την ολόπλευρη στήριξή του, την πάλη μαζί με τους κομμουνιστές στο εργατικό – λαϊκό κίνημα ώστε να γίνουν ακόμη περισσότερα και πιο ουσιαστικά βήματα στην ισχυροποίηση του ρεύματος αμφισβήτησης της κυρίαρχης πολιτικής, του αστικού κράτους, των κυβερνήσεων του κεφαλαίου και των διεθνών τους συμμαχιών. Η δεύτερη επιλογή οδηγεί στην αγκαλιά κάποιας εκ των πολιτικών δυνάμεων που πασχίζουν να υπερασπιστούν τη «σταθερότητα» του συστήματος, για να συνεχίζει να κερδίζει το κεφάλαιο και να χάνει ο λαός. Το αστικό πολιτικό σύστημα προσφέρει πληθώρα τέτοιων επιλογών κι απεργάζεται ακόμα περισσότερα σενάρια για να μη στερέψει από επιλογές στο μέλλον. Σε αυτές τις επιλογές και τα σενάρια η σοσιαλδημοκρατία διαχρονικά, σε όλες τις «αριστερές» και «δεξιές» εκδοχές της, είχε και έχει κεντρικό ρόλο.
Μια τέτοια εναλλακτική προβάλλει και ο κ. Δούκας, καλώντας σε σύμπραξη των πολιτικών δυνάμεων από «τον χώρο της σοσιαλδημοκρατίας και γενικότερα της προοδευτικής παράταξης» για να διαμορφωθεί μια εναλλακτική κυβερνητική πρόταση ώστε η ΝΔ να κατέβει από τα κυβερνητικά έδρανα. Η όποια πρωτοτυπία του τρόπου σερβιρίσματος αυτής της πολυμαγειρεμένης συνταγής εξαντλείται στο ότι βαφτίζει την πολιτική βάση μιας τέτοιας σύμπραξης «δημοκρατικό ριζοσπαστικό ρεαλισμό» και στο ότι θέτει ως επίκεντρο «παραγωγικούς συνασπισμούς κοινωνικών αναγκών επανάκτησης του μέλλοντος». Κατά τα λοιπά, επαναφέρει τη γνωστή σοσιαλδημοκρατική λογική, που όσες φορές έχει υιοθετηθεί, άλλες τόσες έχει αποδειχτεί επιζήμια για τον λαό, είτε εφαρμόστηκε ως κυβερνητική πολιτική, είτε υιοθετήθηκε από εργατικές – λαϊκές μάζες με αποτέλεσμα την ουσιαστική ενσωμάτωσή τους σε στοχεύσεις του κεφαλαίου.
Για του λόγου το αληθές, ας δούμε ορισμένα παραδείγματα από αυτά που λέει ο κ. Δούκας:
–«Επαναφορά στρατηγικών τομέων της οικονομίας, κρίσιμων υποδομών και δικτύων (όπως η Ενέργεια, το Νερό και οι Μεταφορές) υπό την ιδιοκτησία ή τον αποφασιστικό έλεγχο του κράτους και των τοπικών κοινωνιών».
Πρόκειται για τη γνωστή, παμπάλαια και χρεοκοπημένη λογική ότι οι κρατικοποιήσεις στο έδαφος του καπιταλισμού αποτελούν δήθεν ριζοσπαστική πολιτική. Ομως, η κρατική καπιταλιστική ιδιοκτησία, αλλά και ευρύτερα η κρατική παρέμβαση για την υποβοήθηση της καπιταλιστικής κερδοφορίας, είναι τόσο… ριζοσπαστική επιλογή που αξιοποιείται κατά καιρούς από κάθε είδους και σύνθεσης αστικές κυβερνήσεις, όταν το επιτάσσουν οι συνθήκες και οι συνολικές ανάγκες του κεφαλαίου, είτε για να δοθεί ώθηση και προσανατολισμός στην ανάπτυξη ορισμένων τομέων και κλάδων με ευρύτερη σημασία για την καπιταλιστική αναπαραγωγή και συσσώρευση, είτε σε περιπτώσεις που με όρους καπιταλιστικής κερδοφορίας αποτυγχάνουν ή σταματούν να ενδιαφέρονται ιδιωτικοί επιχειρηματικοί όμιλοι.
Αλλωστε, ανεξάρτητα από το εύρος και τον τρόπο της άμεσης παρέμβασής του στην καπιταλιστική οικονομία, το αστικό κράτος, με το σύνολο των λειτουργιών του, αποτελεί όργανο κυριαρχίας του κεφαλαίου, υπηρετεί και οργανώνει ως «συλλογικός καπιταλιστής» τα δικά του συμφέροντα, κόντρα στις λαϊκές ανάγκες. Οποια μορφή κι αν έχει, είναι από τη φύση του κράτος εχθρικό για τα λαϊκά συμφέροντα, ανεξάρτητα από τον εκάστοτε διαχειριστή της αστικής διακυβέρνησης σε όλα τα επίπεδα οργάνωσης της κρατικής δομής της αστικής εξουσίας, ακριβώς γιατί είναι κράτος που ορθώνεται πάνω στις σχέσεις της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, τις υπηρετεί και τις αναπαράγει.
Εξάλλου, στις σημερινές συνθήκες πολεμικής οικονομίας και προετοιμασίας, στην αναβαθμισμένη παρέμβαση του αστικού κράτους σε κρίσιμες υποδομές και στρατηγικούς τομείς της οικονομίας, ιδίως σε ό,τι σχετίζεται με την πολεμική βιομηχανία δεν στρέφονται μόνο οι σοσιαλδημοκρατικές δυνάμεις, αλλά συνολικότερα η αστική πολιτική. Γι’ αυτό και βλέπουμε όλο και πιο έντονα τα αστικά κράτη να παρεμβαίνουν ενεργά ή και να συγκεντρώνουν στα χέρια τους παραγωγικές δραστηριότητες στρατηγικής σημασίας, όχι ασφαλώς για τις λαϊκές ανάγκες, αλλά για τις ανάγκες των πολεμικών προετοιμασιών προς όφελος του κεφαλαίου. Αρα πίσω από τις «ριζοσπαστικές» διακηρύξεις του Δούκα κρύβεται η προσαρμογή στην «πολεμική οικονομία», αυτή είναι η ουσία.
–«Να επενδύσουμε στην προσιτή στέγαση και όχι σε ατέρμονους πολέμους».
Εδώ η κοροϊδία «χτυπάει κόκκινο». Μέσα σε αυτές τις δέκα μόλις λέξεις, ο κ. Δούκας κατορθώνει να συνδυάσει: α) Την αποδοχή του ότι η λαϊκή στέγη πρέπει να εξακολουθήσει να είναι εμπόρευμα, απλώς να είναι πιο «προσιτό», β) το κουκούλωμα των αιτιών που οδηγούν στο φούντωμα του ιμπεριαλιστικού πολέμου, το βάθεμα της πολεμικής εμπλοκής της χώρας, της στροφής στην «πολεμική οικονομία» και των συνεπειών τους για την εργατική τάξη και τον λαό, λες και αυτή η στρατηγική για το κεφάλαιο επιλογή είναι θέμα απλώς κάποιων «δημοσιονομικών» προτεραιοτήτων.
Με αυτόν τον τρόπο ο κ. Δούκας προσπαθεί να «διασκεδάσει» την διογκούμενη λαϊκή δυσαρέσκεια και να την εγκλωβίσει στα σοσιαλδημοκρατικά στενά.
Το σημείο – κλειδί για να αποκαλυφθεί η επικίνδυνη για τον λαό λογική που πλασάρεται έτσι δόλια είναι ότι συγκαλύπτεται η κοινή πηγή όλων όσων προκαλούν τη λαϊκή δυσαρέσκεια για το καθετί που βασανίζει την εργατική τάξη, τους βιοπαλαιστές της πόλης και της υπαίθρου, τη νεολαία (όπως π.χ. το ζήτημα της στέγης, η ακρίβεια σε σχέση με το εισόδημα κ.ά.) και η σχέση τους με την κλιμάκωση του ιμπεριαλιστικού πολέμου και της πολεμικής εμπλοκής της χώρας. Δηλαδή, το γεγονός ότι όλες οι πλευρές της κοινωνικής και οικονομικής ζωής υποτάσσονται στις σιδερένιες νομοτέλειες που διέπουν την ανάπτυξη και λειτουργία της αστικής κοινωνίας και της καπιταλιστικής οικονομίας και η στρατηγική επιλογή της αστικής τάξης της χώρας να προσπαθεί να προωθεί τα γενικά συμφέροντα και τις επιδιώξεις της μέσα από τη στράτευση στο ευρωΝΑΤΟικό στρατόπεδο.
Ο κ. Δούκας μιλάει λες και προήλθε από «παρθενογένεση». Δεν ξέρει άραγε ότι το κόμμα του έχει υπηρετήσει πολύμορφα αυτές τις στρατηγικές επιδιώξεις από τη θέση της κυβέρνησης ή της αντιπολίτευσης; Οτι οι «ατέρμονες πόλεμοι» βρίσκονται στην ατζέντα των στόχων της ελληνικής αστικής τάξης, στον πυρήνα της στρατηγικής του ΝΑΤΟ και της ΕΕ που, άλλωστε, και ο ίδιος δεν αμφισβητεί αλλά και που το κόμμα του, όπως και το σύνολο της σοσιαλδημοκρατίας, έχει συμβάλει στην υλοποίησή της;
Με την αστική τάξη να κρατά στα χέρια της τα «κλειδιά» της οικονομίας και το τιμόνι της εξουσίας, είναι αναπόφευκτη η όλο και πιο βαθιά εμπλοκή στην κλιμάκωση των πολεμικών ανταγωνισμών του κεφαλαίου. Είναι αναπόφευκτη η θυσία όλο και περισσότερων εργατικών – λαϊκών αναγκών και δικαιωμάτων για να λειτουργήσουν οι μηχανές του πολέμου και να «φορτωθούν» στις πλάτες του λαού οι συνέπειες της βαθιάς οικονομικής κρίσης που προβάλλει στον ορίζοντα.
Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, εξάλλου, όλοι οι λαοί της Ευρώπης βρίσκονται ταυτόχρονα αντιμέτωποι με την ένταση τέτοιων προβλημάτων της «καθημερινότητας», όπως η ακρίβεια, το στεγαστικό, η ενεργειακή φτώχεια κ.λπ., ανεξάρτητα από το τι σύνθεση έχει το κυβερνητικό σχήμα σε κάθε χώρα. Ούτε υπάρχει, ούτε μπορεί να εφευρεθεί ποτέ κάποια ρύθμιση που να εξαλείφει τις συνέπειες για τους εργαζόμενους από τη γη και κατοικία – εμπόρευμα, να διασφαλίζει ταυτόχρονα έναν πραγματικό μισθό που καλύπτει τις ανάγκες και τη μέγιστη κερδοφορία κατασκευαστικών ομίλων, τραπεζών και υπόλοιπων μονοπωλίων.
Χειραγώγηση της λαϊκής δυσαρέσκειας made in Manchester & New York
Ο κ. Δούκας επικαλείται τα πρότυπα της υποτιθέμενης «αριστεράς» των Δημοκρατικών στις ΗΠΑ και το πολιτικό πρόγραμμα του νέου, δήθεν αριστερόστροφου, πρωθυπουργού της Βρετανίας για να στοιχειοθετήσει ότι μια «εναλλακτική δυναμική αναπτύσσεται στον διεθνή χώρο», η οποία «επηρεάζει κατ’ εξοχήν τον χώρο της σοσιαλδημοκρατίας και γενικότερα της προοδευτικής παράταξης».
Για να δούμε πιο συγκεκριμένα για τι πράγμα μιλά ο κ. Δούκας, ας παραβλέψουμε ότι ο νέος πρωθυπουργός της Βρετανίας Α. Μπέρναμ έσπευσε προτού καν αναλάβει καθήκοντα να διαβεβαιώσει ότι όχι μόνο δεν θα παρεκκλίνει από το πρόγραμμα ενίσχυσης της πολεμικής στροφής της βρετανικής οικονομίας του προκατόχου του, αλλά ότι θα το συνεχίσει ακόμα πιο επιθετικά. Ας μην παραβλέψουμε ότι το μικρό διάστημα της μέχρι τώρα θητείας του έχει χαρακτηριστεί από την ένταση της πολεμικής εμπλοκής της Βρετανίας, με πολύ χαρακτηριστικά παραδείγματα τις πρόσφατες ανταλλαγές απειλών με τη Ρωσία, την παραχώρηση στην Ουκρανία απόρρητης τεχνολογίας για την παραγωγή πυραυλικών συστημάτων κ.ά. Μάλλον «γεράκι» αποδεικνύεται το προοδευτικό πρότυπο του κ. Δούκα…
Ο Μπέρναμ προβάλλει το λεγόμενο «Μαντσεστεριανισμό» ως μοντέλο παραγωγικής ανασυγκρότησης, «χτίζοντας» πάνω στα πεπραγμένα του ως δήμαρχος της Ευρύτερης Περιοχής Μάντσεστερ μέχρι πριν λίγους μήνες. Η κεντρική του ιδέα αφορά την τόνωση του λεγόμενου «κράτους πρόνοιας», την ενίσχυση βιομηχανικών κλάδων με αξιοποίηση δημόσιων επενδύσεων και μια πιο αποκεντρωμένη λειτουργία του κρατικού μηχανισμού με ενισχυμένο τον ρόλο της τοπικής διοίκησης. Περιλαμβάνει τη σύνδεση των υποδομών, της στέγασης, των συγκοινωνιών κ.λπ. με κρατικές δομές σε τοπικό – περιφερειακό επίπεδο, με ζητούμενο την καλύτερη συνεργασία αστικού κράτους και καπιταλιστικών επιχειρήσεων, ώστε να διασφαλίζονται «βιώσιμοι» όροι καπιταλιστικής ανάπτυξης σε τοπικό επίπεδο. Με δυο λόγια, το μοτίβο είναι στοχευμένη ενίσχυση της κρατικής παρέμβασης με στόχο την τόνωση της καπιταλιστικής οικονομίας και τη στήριξη της αναπαραγωγής του κεφαλαίου. Σε αδρές γραμμές, αυτό είναι και το βασικό πλαίσιο της πλατφόρμας με την οποία έχουν πετύχει ορισμένα θετικά αποτελέσματα σε διάφορες εκλογικές αναμετρήσεις σε τοπικό επίπεδο και οι υποψήφιοι της υποτιθέμενης «αριστεράς» των Δημοκρατικών στις ΗΠΑ έναντι πιο «δεξιόστροφων» αντιπάλων τους.
Αυτό που ουσιαστικά επιχειρεί να πετύχει ο κ. Δούκας, με την επίκληση τέτοιων προτύπων, είναι να δείξει ότι ενισχύεται διεθνώς η τάση αναζήτησης μιας ρεαλιστικής εναλλακτικής στην κυρίαρχη πολιτική, που δεν αμφισβητεί τα βάθρα της, αλλά μόνο ορισμένες εκφάνσεις της. Γι’ αυτό και δίνει ένα δήθεν «ριζοσπαστικό» περίβλημα σε μια σοσιαλδημοκρατική παραλλαγή που αφορά την αστική διαπάλη περί «παραγωγικού μοντέλου», με στόχο να προσφέρει ένα νέο «όραμα» γύρω από το οποίο να συγκεντρωθεί η υποστήριξη εργατικών λαϊκών δυνάμεων, να ανακοπεί οποιαδήποτε τάση αμφισβήτησης της κυρίαρχης πολιτικής και, κυρίως, η δυνατότητα να πάρει ριζοσπαστικά, αντικαπιταλιστικά χαρακτηριστικά. Ο μύθος της ρεαλιστικής προοπτικής μιας «δίκαιης ανάπτυξης» που δήθεν μπορεί να βγάζουν και οι εργαζόμενοι και οι κεφαλαιοκράτες, επανέρχεται με νέες μορφές στο προσκήνιο, γι’ αυτό και δεν χωρά καμία υποτίμηση.
Οσο βαθαίνουν οι επιδράσεις των αντιφάσεων της καπιταλιστικής ανάπτυξης και η νέα κρίση προβάλλει πιο ορμητικά, τόσο πληθαίνουν οι αστικές φωνές που θέτουν προβληματισμούς για την πορεία της καπιταλιστικής οικονομίας, για τους όρους ανταγωνιστικότητας και κερδοφορίας του κεφαλαίου στις πολύ οξυμένες συνθήκες των διεθνών ανταγωνισμών και ανακατατάξεων, επισημαίνοντας την ανάγκη «διαρθρωτικών προσαρμογών», όπως αρέσκονται να βαφτίζουν τα βαθύτερα αντιλαϊκά μέτρα. Γι’ αυτό και σήμερα η σχετική συζήτηση φουντώνει όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και στις άλλες χώρες της ΕΕ, όπως και στη Βρετανία, τις ΗΠΑ και παντού, με γνώμονα το συνολικό πλαίσιο της καπιταλιστικής ανάπτυξης, της οικονομικής και πολιτικής διαχείρισης, τις γενικότερες επιλογές του κεφαλαίου με βάση την κερδοφορία του.
Συμπόρευση με την επαναστατική πολιτική του ΚΚΕ για να ξεφύγει ο λαός από τα δόκανα
Οι θέσεις που αναπτύσσουν ο κ. Δούκας και όλες οι δυνάμεις της σοσιαλδημοκρατίας επιχειρούν να αναζωπυρώσουν τις ιστορικά χρεοκοπημένες αυταπάτες για δυνατότητες μιας δήθεν φιλολαϊκής διαχείρισης του συστήματος, για έναν δήθεν πιο δίκαιο κοινωνικά και πιο φιλειρηνικό καπιταλισμό. Με όποιον τρόπο κι αν πλασάρονται, δεν μπορούν να κρύψουν ότι η διασφάλιση της κερδοφορίας των μονοπωλιακών ομίλων απαιτεί αύξηση του βαθμού εκμετάλλευσης των εργαζομένων, φθηνή και χειραγωγημένη εργατική δύναμη. Ούτε θέλουν ούτε μπορούν να αντιμετωπίσουν τα αδιέξοδα και τις αντιθέσεις του καπιταλιστικού συστήματος που βυθίζουν τους λαούς στους πολέμους, στην ανασφάλεια, στη βαρβαρότητα.
Ιδιαίτερα σήμερα, σε συνθήκες πολεμικής οικονομίας και βαθιάς πολεμικής εμπλοκής της χώρας προς όφελος του κεφαλαίου, με την ενεργή στήριξη από όλες τις δυνάμεις της σοσιαλδημοκρατίας, όποιος καλλιεργεί τέτοιες αυταπάτες είναι πολύ επικίνδυνος για τον λαό, για το εργατικό – λαϊκό κίνημα.
Η πείρα που έχει συγκεντρωθεί όλα αυτά τα χρόνια, όσο συναντιέται με την πολιτική παρέμβαση του ΚΚΕ και τη δράση του Κόμματος για να δυναμώσουν η εργατική – λαϊκή οργάνωση και πάλη κι ο προσανατολισμός της, δίνει σήμερα πρόσθετα εφόδια ώστε μεγαλύτερο μέρος λαϊκών δυνάμεων να μην πιαστεί στα νέα δόκανα που στήνονται και να αποκρούσει ξαναζεσταμένες ψευδαισθήσεις. Να απαντήσει στα σχέδια αναδιάταξης των αστικών πολιτικών δυνάμεων βαδίζοντας στον δρόμο της σύγκρουσης με τον πραγματικό εχθρό που κρύβεται πίσω από το εναλλασσόμενο πολιτικό προσωπικό, δηλαδή το κεφάλαιο και τις επιδιώξεις του.
Η μόνη πραγματική και ρεαλιστική διέξοδος για τον λαό, η μόνη πραγματική και ρεαλιστική απάντηση σε όλα τα φλέγοντα προβλήματα της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων, είναι η προοπτική της εργατικής εξουσίας, του σοσιαλισμού – κομμουνισμού.
Σήμερα, μπορεί να ισχυροποιηθεί αποφασιστικά ένα τέτοιο ρεύμα συνολικότερης αμφισβήτησης, να διαμορφώνονται προϋποθέσεις συνολικής ανατροπής της εξουσίας του κεφαλαίου, με ολοένα και περισσότερες λαϊκές δυνάμεις να συναντιούνται με την επαναστατική πολιτική του ΚΚΕ, να συμπορεύονται με το Κόμμα στους δρόμους του αγώνα, στις μεγάλες ταξικές συγκρούσεις, στις εκλογικές κι όλες τις μεγάλες πολιτικές μάχες που έχουμε μπροστά μας.
Σημείωση:
1. Βλ. αναλυτικά: ΙΕ της ΚΕ του ΚΚΕ, «Εξελίξεις και διαπάλη με τη σοσιαλδημοκρατία», ΚΟΜΕΠ τ.3/2026.



