skip to Main Content
ΑΓΑΝΑΚΤΗΣΤΕ Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΤΗΣ ΟΥΚΡΑΝΙΑΣ ΟΙ ΜΙΚΡΟΝΟΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΕΚΡΗΞΕΙΣ

ΑΓΑΝΑΚΤΗΣΤΕ Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΤΗΣ ΟΥΚΡΑΝΙΑΣ ΟΙ ΜΙΚΡΟΝΟΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΕΚΡΗΞΕΙΣ

Δρ. Γαβριήλ Μανωλάτος

Καθηγητής Διεθνούς Οικονομίας και Ανάπτυξης

Πάνω από 228 δισεκατομμύρια ευρώ σε ευρωπαϊκή στήριξη προς την Ουκρανία, εκατοντάδες δισεκατομμύρια σε πρόσθετο εξοπλιστικό και ενεργειακό κόστος και ένας λογαριασμός που δεν έχει ακόμη κλείσει. Οι λαοί πληρώνουν, οι ηγεσίες αποφασίζουν και οι κοινωνίες στερούνται πόρους που έχουν ανάγκη. Και όσο οι κοινωνίες καλούνται να θυσιάζουν το παρόν και το μέλλον τους, τόσο η αγανάκτηση μετατρέπεται σε κοινωνική έκρηξη.

Ένας πόλεμος χωρίς λογαριασμό τέλους

Αγανακτήστε! Ο πόλεμος στην Ουκρανία συνεχίζεται, με ανθρώπινες απώλειες, κατεστραμμένες πόλεις και υποδομές, οικονομίες που αιμορραγούν και λαούς που πληρώνουν καθημερινά ένα τίμημα που δεν περιορίζεται στα πεδία των μαχών.

Κάθε ημέρα πολέμου σημαίνει νεκρούς και τραυματίες, εκτοπισμένους ανθρώπους, καταστροφή παραγωγικών δυνατοτήτων και νέες ανάγκες για εξοπλισμούς. Σημαίνει, επίσης, πόρους που απομακρύνονται από την ειρηνική ανάπτυξη και κατευθύνονται στην καταστροφή.

Και το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο πόσο κοστίζει ο πόλεμος. Είναι ποιος αποφασίζει, ποιος πληρώνει και ποιος τελικά ωφελείται.

Ο λογαριασμός που πληρώνουν οι λαοί

Η ευρωπαϊκή στήριξη προς την Ουκρανία έχει ξεπεράσει τα 228 δισεκατομμύρια ευρώ, σύμφωνα με τα στοιχεία που ανακοινώθηκαν τον Οκτώβριο του 2026. Παράλληλα, η ενεργειακή αναστάτωση που ακολούθησε τη ρωσική εισβολή επιβάρυνε τους λαούς της Ευρώπης με εκατοντάδες δισεκατομμύρια πρόσθετου κόστους. Δεν είναι δυνατόν να αθροιστούν όλα τα σχετικά ποσά. Δεν χρειάζονται, όμως, περίπλοκοι λογιστικοί υπολογισμοί για να γίνει αντιληπτό το μέγεθος του προβλήματος. Αρκεί να κοιτάξουμε τι συμβαίνει στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων.

Οι τιμές της ενέργειας και των καυσίμων, οι ανατιμήσεις στα βασικά αγαθά, η ακρίβεια, η πίεση στους μισθούς και στις συντάξεις, η δυσκολία εξασφάλισης κατοικίας και η υποβάθμιση δημόσιων υπηρεσιών συνθέτουν μια πραγματικότητα που στενεύει διαρκώς τα περιθώρια ζωής εκατομμυρίων πολιτών. Οι πολίτες καλούνται να πληρώνουν ακριβότερα την ενέργεια, να περιορίζουν τις ανάγκες τους, να αναβάλλουν σχέδια και να αποδέχονται χαμηλότερες προσδοκίες για το μέλλον. Την ίδια στιγμή, τα κράτη δεσμεύουν τεράστιους πόρους για στρατιωτικές δαπάνες και πολεμική υποστήριξη.

Πόροι που θα μπορούσαν να ενισχύσουν τα νοσοκομεία, την παιδεία, τις συντάξεις, την κοινωνική προστασία, την έρευνα, τις δημόσιες υποδομές και την παραγωγική ανάπτυξη κατευθύνονται, άμεσα ή έμμεσα, σε μια σύγκρουση που εξακολουθεί να μην έχει ορατή διέξοδο.

Γιατί ο πόλεμος δεν καταναλώνει μόνο όπλα, πυρομαχικά και καύσιμα. Καταναλώνει εισόδημα, κοινωνικές δυνατότητες, αναπτυξιακές ευκαιρίες και το μέλλον των επόμενων γενεών.

Οι μικρόνοες και η πολιτική της αδιέξοδης επιμονής

Οι πολιτικές ηγεσίες που διαχειρίζονται μια τέτοια κρίση έχουν τεράστια ευθύνη. Δεν αρκεί να επικαλούνται την ασφάλεια, τη στρατηγική αναγκαιότητα ή την υπεράσπιση των εθνικών συμφερόντων. Οφείλουν να παρουσιάζουν συγκεκριμένους στόχους, να αξιολογούν τα αποτελέσματα των επιλογών τους και να εξηγούν με ποιον τρόπο σκοπεύουν να τερματίσουν την αιματοχυσία.

Μικρόνοες είναι οι ηγέτες που συγχέουν την αποφασιστικότητα με την αδιαλλαξία, τη δύναμη με την επίδειξη ισχύος και τη διπλωματία με την αδυναμία. Εκείνοι που εγκλωβίζονται σε συνθήματα, αρνούνται να επανεξετάσουν μια πολιτική όταν τα αποτελέσματά της αποδεικνύονται αδιέξοδα και δεν παρουσιάζουν αξιόπιστη προοπτική ειρήνης.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η υπεράσπιση μιας χώρας που δέχεται επίθεση είναι από μόνη της μικρονοϊκή ούτε ότι η ειρήνη μπορεί να επιβληθεί με ευχές. Σημαίνει ότι η στρατιωτική υποστήριξη, η αποτροπή, οι κυρώσεις και η διπλωματία πρέπει να υπηρετούν έναν σαφή πολιτικό σκοπό: μια βιώσιμη διευθέτηση που θα περιορίζει τις απώλειες και θα αποτρέπει την επέκταση του πολέμου.

Όταν, όμως, η πολεμική σύγκρουση παρατείνεται, οι θυσίες πολλαπλασιάζονται και η διέξοδος παραμένει αόριστη, η επίκληση της αναγκαιότητας δεν αρκεί πλέον. Η αναγκαιότητα πρέπει να αποδεικνύεται με αποτελέσματα και όχι να χρησιμοποιείται ως άλλοθι για κάθε νέα επιβάρυνση.

Οι πολιτικοί ηγέτες δεν έχουν δικαίωμα να αντιμετωπίζουν τις κοινωνίες ως ανεξάντλητες δεξαμενές πόρων, αντοχών και θυσιών. Ούτε μπορούν να απαιτούν από τους πολίτες να αποδέχονται επ’ αόριστον το κόστος αποφάσεων για τις οποίες δεν έχουν ουσιαστική ενημέρωση και λογοδοσία.

Οι λαοί δεν ερωτήθηκαν άμεσα για κάθε συγκεκριμένη επιλογή, για κάθε νέα δαπάνη και για κάθε θυσία που τους ζητείται να υποστούν. Η εκλογή κυβερνήσεων δεν απαλλάσσει τις κυβερνήσεις από την υποχρέωση να εξηγούν τις αποφάσεις τους, να λογοδοτούν και να αφουγκράζονται την κοινωνία.

Η αγανάκτηση βγαίνει στους δρόμους

Και ενώ ο πόλεμος συνεχίζεται, οι κοινωνίες της Ευρώπης βράζουν.

Οκτώβριος 2026. Μεγάλες κινητοποιήσεις και κοινωνικές αναταραχές καταγράφονται στη Γαλλία, την Ιταλία, την Ισπανία, την Πορτογαλία, το Βέλγιο και την Αλβανία. Στη Γερμανία, στην Ελλάδα και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες καταγράφονται επίσης κινητοποιήσεις ή αναπτύσσονται εστίες κοινωνικής διαμαρτυρίας, αν και όχι παντού στην ίδια κλίμακα και με τα ίδια χαρακτηριστικά.

Οι αφορμές διαφέρουν από χώρα σε χώρα. Στη Γαλλία, η δυσαρέσκεια για την κατάσταση της εκπαίδευσης και τις δημόσιες υπηρεσίες συναντά την οργή για το κόστος ζωής. Στην Ιταλία, εργαζόμενοι και διαδηλωτές διαμαρτύρονται για την ακρίβεια, τους χαμηλούς μισθούς και την υποβάθμιση των κοινωνικών υπηρεσιών. Στην Ισπανία και στην Πορτογαλία, η δυσκολία εξασφάλισης προσιτής κατοικίας και τα υψηλά ενοίκια έχουν γίνει κεντρικά ζητήματα. Στο Βέλγιο, εκπαιδευτικοί και νέοι αντιδρούν σε πολιτικές που θεωρούν ότι υπονομεύουν το μέλλον τους. Στην Αλβανία, η κοινωνική δυσαρέσκεια συνδέεται και με ζητήματα διαφθοράς και πολιτικής διακυβέρνησης.

Στη Γερμανία και στην Ελλάδα, όπως και αλλού, η κοινωνική πίεση εκφράζεται μέσα από διαφορετικές μορφές κινητοποιήσεων και διεκδικήσεων. Δεν πρόκειται για ένα ενιαίο κίνημα ούτε έχουν όλες οι διαμαρτυρίες την ίδια αιτία.

Υπάρχει, ωστόσο, ένας κοινός παρονομαστής: η αίσθηση ότι το κόστος της ζωής αυξάνεται, ότι οι αποδοχές δεν επαρκούν, ότι οι δημόσιες υπηρεσίες δεν ανταποκρίνονται στις ανάγκες και ότι οι πολιτικές αποφάσεις λαμβάνονται μακριά από την καθημερινή πραγματικότητα των πολιτών.

Ιδιαίτερα οι νέοι βλέπουν να απομακρύνεται η προοπτική μιας καλύτερης ζωής. Η εργασία δεν εγγυάται αξιοπρεπές εισόδημα, η κατοικία γίνεται απρόσιτη, η εκπαίδευση αντιμετωπίζει ελλείψεις και το μέλλον μοιάζει περισσότερο αβέβαιο από εκείνο των προηγούμενων γενεών.

Αυτή η κατάσταση δεν γεννά μόνο οικονομική δυσφορία. Γεννά απογοήτευση, αίσθημα αδικίας, απώλεια εμπιστοσύνης και οργή απέναντι σε ένα πολιτικό σύστημα που συχνά φαίνεται να μην ακούει να μη καταλαβαίνει.

Οι κοινωνικές εκρήξεις δεν εμφανίζονται ξαφνικά, σαν κεραυνός σε καθαρό ουρανό. Προηγούνται συσσωρευμένες αδικίες, διαψευσμένες προσδοκίες και προειδοποιήσεις που δεν εισακούστηκαν. Όταν οι ειρηνικές διαμαρτυρίες δεν οδηγούν σε ουσιαστικές αλλαγές, η ένταση μπορεί να κλιμακωθεί και να εκδηλωθεί με τρόπους που τραυματίζουν και την ίδια την κοινωνία.

Η βία, οι καταστροφές και οι επιθέσεις δεν δικαιολογούνται επειδή υπάρχουν πραγματικά κοινωνικά προβλήματα. Αιτιολογούνται όμως απόλυτα. Ούτε, όμως, η καταδίκη τους μπορεί να χρησιμοποιείται για να αποσιωπάται η δικαιολογημένη αγανάκτηση όσων διαμαρτύρονται ειρηνικά. Οι κυβερνήσεις οφείλουν να διακρίνουν τα δύο και να αντιμετωπίζουν τις αιτίες της δυσαρέσκειας αντί να περιορίζονται στην καταστολή των εκδηλώσεών της.

Και εδώ βρίσκεται το ουσιαστικό δίδαγμα: όταν η οικονομική ασφυξία, η κοινωνική υποτίμηση και η αίσθηση ότι οι πολιτικές ηγεσίες περιφρονούν τις ανάγκες των πολιτών παρατείνονται, οι κοινωνικές εκρήξεις δεν αποτελούν έκπληξη. Είναι η αναμενόμενη συνέπεια μιας κοινωνίας που αισθάνεται ότι δεν αντέχει άλλο.

Τι πρέπει να προηγείται

Η ειρήνη δεν είναι πολυτέλεια για ήρεμες εποχές. Είναι προϋπόθεση για την ανθρώπινη ζωή, την οικονομική σταθερότητα, την κοινωνική συνοχή και την ανάπτυξη.

Η επιδίωξή της δεν σημαίνει αποδοχή της εισβολής, παραίτηση από την ασφάλεια ή εγκατάλειψη των δικαιωμάτων ενός λαού. Σημαίνει αναζήτηση μιας πολιτικής διεξόδου, με ρεαλισμό, διαπραγματεύσεις, εγγυήσεις και κυρίως επίγνωση ότι κάθε επιπλέον μήνας πολέμου έχει βαρύ ανθρώπινο και οικονομικό τίμημα.

Οι κυβερνήσεις της Ευρώπης οφείλουν να εξηγήσουν ποιος είναι ο επιδιωκόμενος τελικός στόχος, ποια είναι τα όρια των θυσιών που ζητούν από τους πολίτες και ποια συγκεκριμένα βήματα μπορούν να οδηγήσουν σε μια διαρκή ειρήνη. Οφείλουν, παράλληλα, να προστατεύσουν όσους πλήττονται από την ακρίβεια, την ενεργειακή επιβάρυνση, τη στεγαστική κρίση και την υποχώρηση των δημόσιων υπηρεσιών.

Γιατί η κοινωνική αντοχή δεν είναι απεριόριστη. Και η πολιτική νομιμοποίηση δεν εξασφαλίζεται με την επανάληψη συνθημάτων, αλλά με την αίσθηση ότι οι αποφάσεις υπηρετούν το κοινό συμφέρον και ότι οι θυσίες κατανέμονται δίκαια.

Αγανακτήστε πριν είναι αργά

Οι λαοί δεν είναι θεατές της Ιστορίας ούτε άβουλοι χρηματοδότες των αποφάσεων των ηγεσιών τους. Είναι εκείνοι που εργάζονται, παράγουν, πληρώνουν φόρους, μεγαλώνουν παιδιά και προσπαθούν να εξασφαλίσουν ένα αξιοπρεπές μέλλον. Είναι εκείνοι που υφίστανται τις συνέπειες των πολέμων, ακόμη και όταν δεν τους επέλεξαν και δεν κλήθηκαν να εγκρίνουν τις θυσίες που τους επιβάλλονται.

Κάθε πόρος που απορροφάται από τον πόλεμο είναι ένας πόρος που δεν μπορεί να αξιοποιηθεί ταυτόχρονα για την υγεία, την παιδεία, τις συντάξεις, την κοινωνική προστασία και την ανάπτυξη. Κάθε χρόνος παράτασης της σύγκρουσης μεγαλώνει το ανθρώπινο κόστος, βαθαίνει τις οικονομικές πληγές και δοκιμάζει περισσότερο την αντοχή των κοινωνιών.

Αν οι πολιτικές ηγεσίες εξακολουθήσουν να αγνοούν τις ανάγκες των πολιτών, αν επιμένουν σε επιλογές χωρίς πειστική προοπτική εξόδου και αν απαιτούν θυσίες χωρίς ουσιαστική λογοδοσία, δεν πρέπει να απορούν όταν η αγανάκτηση φουντώνει.

Η κοινωνική ειρήνη δεν διατηρείται με διαγγέλματα και αστυνομικά μέτρα. Χρειάζεται δικαιοσύνη, αξιοπρεπής ζωή, προοπτική για τους νέους, αποτελεσματικές δημόσιες υπηρεσίες και πολιτική που να υπηρετεί τον άνθρωπο αντί να τον μετατρέπει σε αριθμό ενός προϋπολογισμού.

Οι ηγεσίες αποφασίζουν. Οι λαοί πληρώνουν. Οι κοινωνίες αγανακτούν.

Και όταν η οικονομική πίεση, η καταπίεση και η κοινωνική υποτίμηση παρατείνονται, όταν οι προειδοποιήσεις αγνοούνται και οι ελπίδες εξαντλούνται, οι κοινωνικές εκρήξεις παύουν να είναι έκπληξη.

Η αγανάκτηση δεν γεννιέται από το πουθενά. Συσσωρεύεται, προειδοποιεί και, όταν δεν εισακούγεται, εκρήγνυται.

 

 

 

Πηγή

Back To Top