ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΕΣ ΕΚΛΟΓΕΣ ΗΤΤΑ ΤΗΣ ΑΛΑΖΟΝΕΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΚΟΜΠΑΣΜΟΥ ΤΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ
Καθηγητής Διεθνούς Οικονομίας και Ανάπτυξης
Οι εκλογές της 3ης Νοεμβρίου 2026 στις ΗΠΑ έστειλαν ένα ηχηρό μήνυμα στον Ντόναλντ Τραμπ. Η κοινωνία δεν συγχωρεί την οικονομική της ασφυξία, τους πολέμους, την πολιτική αυθαιρεσία και την περιφρόνηση των πραγματικών αναγκών της. Μα κυρίως δεν ανέχεται την αλαζονεία της εξουσίας.
Οι ενδιάμεσες εκλογές στις Ηνωμένες Πολιτείες, στις 3 Νοεμβρίου 2026, δεν αποτέλεσαν μια συνηθισμένη εκλογική αναμέτρηση. Εξελίχθηκαν σε μια ηχηρή πολιτική αποδοκιμασία της κυβέρνησης του Ντόναλντ Τραμπ και της πολιτικής που ακολουθεί.
Οι Αμερικανοί ψηφοφόροι έδωσαν στους Δημοκρατικούς τον έλεγχο και των δύο σωμάτων του Κογκρέσου, της Βουλής των Αντιπροσώπων και της Γερουσίας. Η έκταση της ήττας των Ρεπουμπλικανών, ακόμη και σε πολιτείες που παραδοσιακά αποτελούσαν εκλογικά τους προπύργια, αποκαλύπτει το βάθος της κοινωνικής δυσαρέσκειας.
Το αποτέλεσμα δεν μπορεί να ερμηνευθεί απλώς ως μια συγκυριακή μετακίνηση ψηφοφόρων από το ένα κόμμα στο άλλο. Είναι μια πολιτική προειδοποίηση προς την εξουσία. Μια υπενθύμιση ότι η εκλογική νίκη δεν αποτελεί λευκή επιταγή και ότι κανένας ηγέτης, όσο ισχυρός και αν αισθάνεται, δεν βρίσκεται πάνω από την κοινωνία.
Η κοινωνία δεν αντέχει άλλο το κόστος της εξουσίας
Η οικονομική κατάσταση των αμερικανικών νοικοκυριών αποτέλεσε έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες της εκλογικής ανατροπής. Η ακρίβεια, το αυξημένο κόστος διαβίωσης, οι τιμές των καυσίμων και η ανασφάλεια για το αύριο διαμόρφωσαν ένα περιβάλλον έντονης δυσαρέσκειας.
Ο πολίτης δεν κρίνει την κυβέρνηση από τις θριαμβολογίες της, τις διακηρύξεις της ή τις τηλεοπτικές εμφανίσεις του προέδρου. Την κρίνει από το αν μπορεί να ανταποκριθεί στις καθημερινές του ανάγκες. Από το αν μπορεί να πληρώσει το ενοίκιο, το ηλεκτρικό ρεύμα, τα τρόφιμα, την υγειονομική περίθαλψη και τις υποχρεώσεις της οικογένειάς του.
Ο Ντόναλντ Τραμπ είχε υποσχεθεί οικονομική ανακούφιση και βελτίωση του βιοτικού επιπέδου. Ωστόσο, οι δασμοί, οι οικονομικές αναταράξεις και κυρίως ο πόλεμος με το Ιράν επιβάρυναν περαιτέρω την καθημερινότητα των πολιτών.
Σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις εξόδου, σχεδόν εννέα στους δέκα ψηφοφόρους χαρακτήρισαν το κόστος διαβίωσης σημαντικό παράγοντα της εκλογικής τους επιλογής. Εδώ βρίσκεται και η ουσία της εκλογικής τιμωρίας: όταν η πολιτική εξουσία αδυνατεί να αντιμετωπίσει τα προβλήματα της κοινωνίας, οι πολίτες αναζητούν εναλλακτική πολιτική εκπροσώπηση.
Ο πόλεμος που πληρώνουν οι άλλοι
Η αμερικανική στρατιωτική εμπλοκή στον πόλεμο με το Ιράν αποτέλεσε έναν ακόμη καθοριστικό παράγοντα της εκλογικής ήττας. Οι πολεμικές επιχειρήσεις δεν έχουν μόνο ανθρώπινο και γεωπολιτικό κόστος. Έχουν και τεράστιο οικονομικό κόστος, το οποίο τελικά επιβαρύνει την κοινωνία. Οι στρατιωτικές δαπάνες, η αναστάτωση στις διεθνείς αγορές ενέργειας, η αύξηση των τιμών των καυσίμων και οι επιπτώσεις στο εμπόριο μεταφέρονται στην πραγματική οικονομία.
Και εδώ ανακύπτει ένα θεμελιώδες ερώτημα: Ποιος αποφασίζει για τους πολέμους και ποιος πληρώνει τον λογαριασμό; Οι κυβερνήσεις αποφασίζουν, οι πολιτικοί ηγέτες διακηρύσσουν νίκες και στρατηγικές επιτυχίες, αλλά το οικονομικό και κοινωνικό κόστος το επωμίζονται οι πολίτες.
Το ίδιο πρόβλημα αφορά και την Ευρώπη, η οποία έχει επωμιστεί τεράστιες οικονομικές και ενεργειακές επιβαρύνσεις από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Είναι παράλογο να διοχετεύονται ολοένα και μεγαλύτεροι δημόσιοι πόροι σε εξοπλισμούς και πολεμικές συγκρούσεις, όταν τα συστήματα υγείας, η παιδεία, οι συντάξεις και η κοινωνική προστασία χρειάζονται επειγόντως ενίσχυση.
Οι λαοί δεν είναι υποχρεωμένοι να αποδέχονται επ’ αόριστον αυτή την ιεράρχηση των πολιτικών προτεραιοτήτων.
Η Αμερική γιατί να σύρεται από το Ισραήλ;
Ένα ακόμη ζήτημα που επηρεάζει την αμερικανική κοινωνία είναι η πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών στη Μέση Ανατολή και ειδικότερα η σχέση τους με το Ισραήλ.
Η στρατηγική σχέση των δύο χωρών είναι δεδομένη και έχει μακρά ιστορία. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι κάθε επιλογή της ισραηλινής κυβέρνησης πρέπει να αποτελεί αυτομάτως και επιλογή της Ουάσιγκτον.
Η αμερικανική εξωτερική πολιτική οφείλει να υπηρετεί τα συμφέροντα των Ηνωμένων Πολιτειών, τη διεθνή σταθερότητα και την ειρήνη. Δεν μπορεί να λειτουργεί χωρίς αυτοτελή κρίση και ανεξάρτητη αξιολόγηση των εξελίξεων. Κατά τα φαινόμενα, ο πρόεδρος των ΗΠΑ σύρεται κυριολεκτικά από τον καταζητούμενο για εγκλήματα πολέμου και εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, πρωθυπουργό του Ισραήλ, Βενιαμίν Νετανιάχου. Η τραγωδία στη Γάζα, οι ανθρώπινες απώλειες και η καταστροφή των υποδομών έχουν προκαλέσει διεθνή αγανάκτηση. Η αμερικανική κοινωνία, ιδιαίτερα οι νεότερες γενιές, δεν παραμένει αδιάφορη απέναντι σε αυτές τις εξελίξεις.
Η υποστήριξη προς έναν σύμμαχο δεν σημαίνει άνευ όρων αποδοχή κάθε πολιτικής του. Ούτε η ισχύς μιας υπερδύναμης δικαιολογεί την εγκατάλειψη των αρχών του διεθνούς δικαίου.
Αμερική και Ευρώπη: Οι λαοί αντιδρούν στην αλαζονεία της εξουσίας
Η εκλογική ανατροπή στις Ηνωμένες Πολιτείες δεν πρέπει να εξεταστεί αποκομμένη από όσα συμβαίνουν στην Ευρώπη.
Σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, από τη Γαλλία και τη Γερμανία μέχρι την Ισπανία, το Βέλγιο. την Ιταλία, ακόμα και την Αλβανία, παρατηρούνται έντονες κοινωνικές αντιδράσεις, διαδηλώσεις και κινητοποιήσεις. Οι αιτίες δεν είναι παντού ίδιες. Υπάρχει, όμως, ένας κοινός παρονομαστής: η δυσαρέσκεια απέναντι σε πολιτικές που επιβαρύνουν την καθημερινότητα των πολιτών, ενώ οι κυβερνήσεις εμφανίζονται συχνά αποκομμένες από τις πραγματικές κοινωνικές ανάγκες.
Η ακρίβεια, η στεγαστική κρίση, η ενεργειακή επιβάρυνση, η ανασφάλεια στην εργασία, η υποβάθμιση των δημόσιων υπηρεσιών και η αίσθηση κοινωνικής αδικίας τροφοδοτούν την αντίδραση.
Οι πολίτες δεν ζητούν θαύματα. Ζητούν αξιοπρεπή διαβίωση, κοινωνική δικαιοσύνη, ασφάλεια και προοπτική για τα παιδιά τους.
Αυτό που ενώνει αυτές τις διαφορετικές κοινωνικές αντιδράσεις είναι η αντίθεση στην αλαζονεία της εξουσίας, στην πολιτική των μεγάλων λόγων και στην περιφρόνηση των καθημερινών προβλημάτων.
Η Αμερική έστειλε τώρα το δικό της μήνυμα μέσα από την κάλπη. Οι ευρωπαϊκές κοινωνίες στέλνουν τα δικά τους μηνύματα μέσα από τις κινητοποιήσεις και τις πολιτικές τους επιλογές.
Πρόκειται για διαφορετικές εκφράσεις μιας κοινής κοινωνικής απαίτησης: η πολιτική να επιστρέψει στον πραγματικό της σκοπό, την υπηρεσία του πολίτη.
Η εξουσία δεν είναι λευκή επιταγή
Το σημαντικότερο πολιτικό δίδαγμα των αμερικανικών εκλογών είναι ότι η εξουσία δεν μπορεί να θεωρεί την εκλογική νίκη ως απεριόριστη εξουσιοδότηση.
Ο Ντόναλντ Τραμπ κέρδισε τις προεδρικές εκλογές του 2024 με μια ισχυρή πολιτική εντολή. Δύο χρόνια αργότερα, όμως, οι ψηφοφόροι έκριναν την πορεία της κυβέρνησής του και της αφαίρεσαν την κοινοβουλευτική πλειοψηφία.
Η εξέλιξη αυτή αποτελεί και μια υπενθύμιση της σημασίας των δημοκρατικών θεσμών. Η εκτελεστική εξουσία δεν μπορεί να λειτουργεί ανεξέλεγκτα. Το Κογκρέσο έχει θεσμικό ρόλο ελέγχου, η αντιπολίτευση δικαίωμα λόγου και οι πολίτες την τελική δυνατότητα να αξιολογούν και να τιμωρούν τις πολιτικές επιλογές.
Η δημοκρατία δεν εξαντλείται στην εκλογή ενός προέδρου. Συνεχίζεται καθημερινά, με τη λογοδοσία, τον έλεγχο, τον σεβασμό των θεσμών και την προστασία των δικαιωμάτων.
Η πολιτική αλαζονεία, η προσωπική προβολή, η υποτίμηση της κοινωνίας και η αντίληψη ότι ο ηγέτης μπορεί να αποφασίζει χωρίς να υπολογίζει τις συνέπειες έχουν ημερομηνία λήξης.
Επίλογος
Οι αμερικανικές εκλογές της 3ης Νοεμβρίου 2026 δεν ήταν απλώς μια ήττα των Ρεπουμπλικάνων και μια νίκη των Δημοκρατικών.
Ήταν ένα ηχηρό μήνυμα προς κάθε κυβέρνηση και κάθε πολιτικό ηγέτη που συγχέει την εκλογική εντολή με την ανεξέλεγκτη εξουσία.
Οι πολίτες δεν ενδιαφέρονται για τις μεγαλοστομίες, τις προσωπικές φιλοδοξίες και τις πολιτικές παραστάσεις. Ενδιαφέρονται για την ειρήνη, την οικονομική ασφάλεια, την κοινωνική δικαιοσύνη και ένα καλύτερο μέλλον.
Και όταν η εξουσία ξεχνά αυτές τις προτεραιότητες, η κοινωνία βρίσκει τον τρόπο να της το υπενθυμίσει.
Αυτό συνέβη στην Αμερική. Και το μήνυμα ξεπερνά τα αμερικανικά σύνορα.
Η εξουσία μπορεί να ξεχνά τον λαό. Ο λαός, όμως, δεν ξεχνά την εξουσία.



