skip to Main Content
Κίνδυνο Tapering από την ΕΚΤ τιμολογούν οι επενδυτές ομολόγων

Κίνδυνο tapering από την ΕΚΤ τιμολογούν οι επενδυτές ομολόγων

Η έκρηξη του πληθωρισμού στην ευρωζώνη οδηγεί ορισμένους αξιωματούχους της ΕΚΤ να προτείνουν μείωση του έκτακτου προγράμματος αγορών ομολόγων νωρίτερα από ό,τι πιστεύαμε.

Ενδείξεις ότι οι επενδυτές πιστεύουν ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα μπορεί να αρχίσει τη μείωση του προγράμματος αγοράς ομολόγων έκτακτης ανάγκης λόγω της πανδημίας (PEPP) ακόμη και αυτόν τον μήνα δίνουν τα κρατικά ομόλογα της ευρωζώνης.
Όπως μεταδίδουν οι Financial Times, οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής συνεδριάζουν την επόμενη εβδομάδα υπό τη σκιά του πιο υψηλού πληθωρισμού της τελευταίας δεκαετίας -έφτασε στο 3% τον Αύγουστο, πολύ υψηλότερα από τον στόχο της κεντρικής τράπεζας για 2%.
Η έκρηξη του πληθωρισμού ώθησε ορισμένους αξιωματούχους της ΕΚΤ να προτείνουν μείωση του προγράμματος νωρίτερα από ό,τι πιστεύαμε.

Ο πρόεδρος της γερμανικής Bundesbank (J. Weidmann) τόνισε ότι η ΕΚΤ δεν θα πρέπει να αγνοήσει το γεγονός πως ο πληθωρισμός μπορεί να αυξηθεί γρηγορότερα από το αναμενόμενο. Αναγνώρισε επίσης, ως πιθανές αιτίες για την αύξηση του πληθωρισμού τα προβλήματα στην εφοδιαστική αλυσίδα και τις αυξημένες καταθέσεις των νοικοκυριών. Πρόσθεσε πως αν ενισχυθούν οι μισθοί, τότε η αύξηση του πληθωρισμού ενδέχεται να μην είναι προσωρινή.
Ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδας (Γ. Στουρνάρας) επισήμανε ότι σύμφωνα με εκτιμήσεις, η αύξηση του πληθωρισμού αποδίδεται κυρίως σε προσωρινούς παράγοντες.
«Βλέπουμε τους επενδυτές να τιμολογούν κάποιο κίνδυνο tapering στη συνεδρίαση του Σεπτεμβρίου», δήλωσε ο Mohammed Kazmi, διαχειριστής χαρτοφυλακίων στη Union Bancaire Privée. «Μέχρι τώρα η αγορά περίμενε ότι θα συνεχίσει με τον τρέχοντα ρυθμό μέχρι το τέλος του έτους».
 
Η απόδοση των 10ετών ομολόγων της Γερμανίας, η οποία είναι σημείο αναφοράς σε ολόκληρη την ευρωζώνη, αυξήθηκε στο -0,36 % το πρωί της Τετάρτης, το υψηλότερο σημείο του τελευταίου μήνα και από -0,5 % πριν από δύο εβδομάδες. Η κίνηση ήρθε παράλληλα με την αύξηση των αποδόσεων των αμερικανικών ομολόγων.
Το πρόγραμμα έκτακτης ανάγκης της ΕΚΤ ύψους 1,85 τρισεκατομμυρίου ευρώ (PEPP) ενίσχυσε τις αγορές ομολόγων της περιοχής από τα πρώτα στάδια της κρίσης Covid-19, συμβάλλοντας στην αποδυνάμωση των αποδόσεων κοντά στα χαμηλότερα επίπεδα όλων των εποχών, ακόμη και όταν οι κυβερνήσεις προχώρησαν σε εκδόσεις ποσών χρέους-ρεκόρ για να χρηματοδοτήσουν την απάντησή τους στην πανδημία.
Σε αντίθεση με τις ΗΠΑ, η «μείωση των αγορών ομολόγων» στην ευρωζώνη δεν αναμένεται να θέσει την ΕΚΤ σε πορεία για να σταματήσει εντελώς τις αγορές περιουσιακών στοιχείων. Αντ’ αυτού, οι αναλυτές πιστεύουν ότι η πρόεδρος της ΕΚΤ Κριστίν Λαγκάρντ θα παρουσιάσει σχέδια τους επόμενους μήνες, για την ενίσχυση των μακροπρόθεσμων προγραμμάτων ποσοτικής χαλάρωσης που θα διαδεχθούν το PEPP.

Το στοίχημα της ανάπτυξης

Η σημερινή κατάσταση προσομοιάζει με αυτή που υπήρξε μετά το τέλος του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου, όπου και τότε η πτώση της οικονομικής δραστηριότητας και τα δυσθεώρητα χρέη που δημιουργήθηκαν απειλούσαν το μέλλον των ευρωπαϊκών οικονομιών

Το στοίχημα της ανάπτυξης

Ναπολέων Μαραβέγιας11.05.2021 | 06:47

Η πανδημία φαίνεται να υποχωρεί καθώς οι εμβολιασμοί γενικεύονται και η προσδοκία για ένα νέο φάρμακο γίνεται όλο και πιο ρεαλιστική. Ωστόσο, η ανησυχία εντείνεται σχετικά με τις δυνατότητες επίτευξης υψηλών ρυθμών ανάπτυξης με σταθερότητα, τόσο στην Ευρώπη όσο και στις ΗΠΑ. Γιατί μόνο με ταχύρρυθμη ανάπτυξη θα ανακτηθεί το χαμένο έδαφος από τη μεγάλη ύφεση του 2020 και θα αντιμετωπιστούν τα τεράστια δημόσια και ιδιωτικά χρέη που έχουν δημιουργηθεί στην περίοδο της πανδημίας, δεδομένου ότι οι γενναιόδωρες ιδέες για «κούρεμα» ή «πάγωμα» των χρεών έχουν λίγες πιθανότητες να εφαρμοστούν.

Η σημερινή κατάσταση προσομοιάζει με αυτή που υπήρξε μετά το τέλος του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου, όπου και τότε η πτώση της οικονομικής δραστηριότητας και τα δυσθεώρητα χρέη που δημιουργήθηκαν απειλούσαν το μέλλον των ευρωπαϊκών οικονομιών. Την εποχή εκείνη υπήρξε μια ταχύρρυθμη αναπτυξιακή διαδικασία που τροφοδοτήθηκε από τη βοήθεια των ΗΠΑ και την ανοικοδόμηση των ερειπίων του πολέμου σε περιβάλλον νομισματικής σταθερότητας μετά τις συμφωνίες του Bretton Woods το 1944.

Μπορεί σήμερα να υπάρξει μια αντίστοιχη ταχύρρυθμη ανάπτυξη;

Σύμφωνα με τη θεωρία και την εμπειρία, οι μεγάλες δημόσιες δαπάνες στις ΗΠΑ με το σχέδιο Μπάιντεν (1,9 τρισ.) και οι αντίστοιχες στην Ευρώπη με το Σχέδιο Ανάκαμψης (750 δισ.) και τις επιμέρους δημόσιες δαπάνες των χωρών-μελών της ΕΕ προβλέπεται να ωθήσουν την οικονομία σε υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης. Επιπλέον, η συσσωρευμένη αποταμίευση, λόγω αναστολής της κατανάλωσης και της επένδυσης εξαιτίας της πανδημίας, μπορεί να εκδηλωθεί ως ένα αναπτυξιακό «μπουμ» σε Ευρώπη και ΗΠΑ.

Ομως, υπάρχουν δύο παράγοντες που μπορεί να περιορίσουν τις υπάρχουσες προσδοκίες.

1. Πρέπει να υπομνηστεί ότι μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο η ανοικοδόμηση και η τεχνολογική πρόοδος επιτάχυναν τους ρυθμούς ανάπτυξης με μεγάλη αύξηση της παραγωγικότητας και της απασχόλησης, δημιουργώντας το μεταπολεμικό «θαύμα». Σήμερα, μετά την πανδημία, δεν φαίνεται να δημιουργείται τέτοια συγκυρία, καθώς δεν καταστράφηκαν ούτε υποδομές ούτε κτίρια ούτε εργοστάσια κ.λπ.

2. Είναι γεγονός ότι οι υψηλές δημόσιες δαπάνες και η συσσωρευμένη αποταμίευση μπορεί να οδηγήσουν σε «υπερθέρμανση» την οικονομία με υπερβάλλουσα ζήτηση σε σχέση με την προσφορά, κυρίως επειδή αρκετές εφοδιαστικές αλυσίδες παραγωγής έχουν διασπαστεί λόγω του κορωνοϊού.

Η κατάσταση αυτή μπορεί να οδηγήσει σε άνοδο του πληθωρισμού με συνέπεια να διακόψουν οι κεντρικές τράπεζες τη χορήγηση ρευστότητας στην οικονομία και συνεπώς να αυξηθούν τα σημερινά τεχνητά, σχεδόν μηδενικά επιτόκια δανεισμού, προκειμένου να περιοριστεί ο πληθωρισμός. Προφανώς μια αύξηση επιτοκίων δεν θα διευκολύνει την ταχύρρυθμη ανάπτυξη και τη μείωση της ανεργίας.

Το μεγάλο στοίχημα συνεπώς είναι αν οι κυβερνήσεις και οι κεντρικές τράπεζες με κατάλληλη νομισματική πολιτική θα κατορθώσουν να αντιμετωπίσουν ένα τέτοιο απευκταίο πληθωριστικό ενδεχόμενο. Παράλληλα, κατά πόσο θα γίνουν μαζικές επενδύσεις σε νέες τεχνολογίες (ψηφιοποίηση και τεχνητή νοημοσύνη) ώστε να δώσουν σημαντική ώθηση στη χρονίζουσα αναιμική αύξηση της παραγωγικότητας, ώστε να αποτραπούν τα πληθωριστικά φαινόμενα που πιθανώς θα συνοδεύσουν την ταχύρρυθμη ανάπτυξη.

Σε κάθε περίπτωση, η χώρα μας πρέπει κατά προτεραιότητα να αξιοποιήσει την ευρωπαϊκή χρηματοδότηση του Ταμείου Ανάκαμψης, προσανατολίζοντας τις δημόσιες και ιδιωτικές επενδύσεις σε τεχνολογίες αιχμής, στην ψηφιακή και στην πράσινη οικονομία, όπως έχει ήδη σχεδιάσει στο Σχέδιο Ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας.

Ο κ. Ναπολέων Μαραβέγιας είναι καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας στο ΕΚΠΑ, τ. υπουργός.

Τι θα αφήσει πίσω της η πανδημία

 7:00 22/2γράφει ο Ναπολέων Μαραβέγιας*

*Καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, πρώην υπουργός

Καθώς συμπληρώνεται ένας χρόνος από την εμφάνιση της πανδημίας, υπάρχουν βάσιμες ελπίδες ότι το τέλος της δεν είναι πολύ μακριά, χωρίς αυτό να μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια. Παρά τις δυσκολίες στους εμβολιασμούς, η επιστήμη ακόμη μία φορά θα αναδειχθεί, μετά από πολλές απώλειες, νικήτρια. Ομως, τι θα αφήσει πίσω της αυτή η υγειονομική κρίση, που απαιτεί την απομάκρυνση των ανθρώπων μεταξύ τους και απαγορεύει τη χαρά της συνεύρεσης; Πέρα από τα ψυχολογικά προβλήματα, τα οποία οι ειδικοί στο ζήτημα αυτό έχουν ήδη αρχίσει να καταγράφουν, υπάρχουν οι κοινωνικές και οικονομικές συνέπειες που αφορούν ολόκληρο τον πλανήτη.

Συχνά η πανδημία περιγράφεται ως ένας πόλεμος με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Στον πόλεμο αυτόν ο εχθρός δεν είναι ορατός, δεν πλήττει τις υποδομές, αλλά μόνο τους ανθρώπους, ενώ δεν αναδεικνύονται ήρωες ή αντιστασιακοί μιας κατοχής από τον αόρατο αυτόν εχθρό. Αντίθετα, οι ηρωισμοί και η αντίσταση στην πανδημία θέτουν σε άμεσο κίνδυνο τους ανθρώπους που δεν θέλουν να γίνουν «ήρωες». Σε αυτόν τον πόλεμο δεν υπάρχουν νικητές και ηττημένοι, ενώ στην ανθρώπινη επαφή, αντί της παρηγοριάς, κυριαρχεί ο φόβος. Η μοναξιά μπροστά στον φόβο του θανάτου είναι συχνά ασήκωτη.

Ομως, ο πόλεμος αυτός έχει ένα μεγάλο θύμα: την οικονομία. Η μείωση του ΑΕΠ φτάνει στο 3%-4% σε παγκόσμια κλίμακα, ενώ στις αναπτυγμένες χώρες αναμένεται να φτάνει στο 6%-7% το 2020. Στην Ευρώπη, η μείωση είναι ακόμη μεγαλύτερη, καθώς φτάνει στο 8%, ενώ στις ευρωπαϊκές χώρες του Νότου μπορεί να ξεπεράσει το 10%. Οσο περισσότερο ο τουρισμός, η εστίαση και η ψυχαγωγία κυριαρχούν σε μια οικονομία, τόσο μεγαλύτερη είναι η οικονομική καταστροφή. Σε ολόκληρο τον πλανήτη οι κυβερνήσεις προσπαθούν με σκληρές απαγορεύσεις, που προκαλούν αντιδράσεις, να «σώσουν» ζωές και με δαπάνες από τον προϋπολογισμό και με αναβολή είσπραξης φόρων προσπαθούν να σώσουν τα χαμένα εισοδήματα. Τα δημόσια ελλείμματα έχουν ήδη φτάσει σε διψήφια ποσοστά και τα δημόσια χρέη, μαζί με τα ιδιωτικά, αυξάνονται κατακόρυφα.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα, που έχει αρχίσει να απασχολεί κυβερνήσεις, επιχειρήσεις, νοικοκυριά και τράπεζες, είναι το πώς θα αποπληρωθούν όλα αυτά τα χρέη. Διάφορες ιδέες προβάλλουν ήδη, από τις πιο τολμηρές, που προτείνουν διαγραφή των χρεών, μέχρι τις πιο ρεαλιστικές, που μιλούν για σταδιακή απορρόφησή τους, μέσω επιτάχυνσης των ρυθμών ανάπτυξης. Μεταξύ αυτών υπάρχουν διάφοροι συνδυασμοί, με περισσότερο ενδιαφέρουσα, για την Ευρώπη, την ιδέα του παγώματος των ομολόγων των χωρώνμελών της Ε.Ε. εις το διηνεκές, με μηδενικό επιτόκιο από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, καθώς σημαντικό μέρος των ομολόγων των χωρών-μελών βρίσκεται στην κατοχή της. Το πόσο αυτές οι ιδέες είναι δυνατόν να πραγματοποιηθούν είναι πρόωρο να εκτιμηθεί. Πάντως, το ερώτημα είναι αν θα υπάρξει ταχύρρυθμη ανάπτυξη μετά την πανδημία, όπως συνέβη μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, καθώς δεν θα έχουν καταστραφεί υποδομές και μηχανολογικός εξοπλισμός, όπως είχε συμβεί στην περίοδο του πολέμου, αλλά μόνο άνθρωποι.

Βεβαίως, η αύξηση των καταθέσεων σε όλες τις αναπτυγμένες χώρες δείχνει ότι αμέσως μετά την πανδημία η «καταπιεσμένη» κατανάλωση θα εκδηλωθεί με πιθανό αναπτυξιακό, αλλά και πληθωριστικό αποτέλεσμα, καθώς η προσφορά, που έχει μειωθεί στην περίοδο της πανδημίας, μάλλον δεν θα προλάβει να ανταποκριθεί στην αύξηση της ζήτησης. Το ερώτημα είναι αν θα υπάρξει στη συνέχεια αύξηση των επενδύσεων και της παραγωγής με τα αυξημένα πιθανώς επιτόκια λόγω της αναζωπύρωσης του πληθωρισμού. Η αναζωπύρωση αυτή του πληθωρισμού θα βοηθήσει, βέβαια, στην αποπληρωμή των δανείων, αλλά ταυτόχρονα θα επιβαρύνει τη σύναψη νέων, τόσο από τα κράτη όσο και από τις επιχειρήσεις, για επενδύσεις και διεύρυνση της παραγωγής.

Προφανώς, οι ρυθμοί ανάπτυξης θα καθοριστούν από την καταναλωτική και την επενδυτική ζήτηση σε παγκόσμια κλίμακα και για τον λόγο αυτόν πρέπει να συνυπολογιστούν οι διαρθρωτικές συνέπειες της πανδημίας. Σε αυτό το επίπεδο είναι βέβαιο ότι οι ανισότητες διευρύνονται, τόσο μεταξύ των χωρών και των παραγωγικών κλάδων όσο και μεταξύ των κοινωνικών στρωμάτων και των εργαζομένων στις ευνοηθείσες ή όχι χώρες και στους ευνοηθέντες ή όχι κλάδους. Οι παραδοσιακοί κλάδοι του τουρισμού και της εστίασης προφανώς δεν πρόκειται να επιστρέψουν στην προηγούμενη κατάσταση. Γενικότερα, οι χαμηλής ειδίκευσης εργαζόμενοι θα υποστούν τις συνέπειες της επιτάχυνσης της τεχνολογικής προόδου, λόγω της πανδημίας, που ευνοεί τους κλάδους που παράγουν αυτοματισμούς της παραγωγής και της επικοινωνίας από απόσταση και οι οποίοι βρίσκονται στις πιο αναπτυγμένες χώρες και στην Κίνα.

Είναι βέβαιο ότι η νέα πραγματικότητα μετά την πανδημία θα είναι διαφορετική από τη σημερινή. Το αν θα είναι καλύτερη ή χειρότερη εξαρτάται από την κοινωνική, οικονομική και πολιτική δυναμική που θα αναπτυχθεί τα επόμενα χρόνια, τόσο σε παγκόσμιο επίπεδο όσο και σε κάθε χώρα ξεχωριστά.

Πηγή

Back To Top