Στην Τήνο, ακολουθήσαμε ένα νήμα
της Λίλιαν Ψύλλα
Ένα τριήμερο τέχνης, μνήμης και φροντίδας με τη ΝΩΜΩ ΑμΚΕ, από τα εγκαίνια της έκθεσης «Το Αόρατο Νήμα υφαίνει» στο Αγάπι μέχρι τα χωριά, τις γεύσεις και τους ανθρώπους του νησιού.

Φτάσαμε στην Τήνο στις 9 Οκτωβρίου με αφορμή μια έκθεση. Μέχρι να φύγουμε την Κυριακή, το ταξίδι είχε αποκτήσει για εμάς το βάρος μιας μικρής επιστροφής: σε πράγματα που αναγνωρίζουμε χωρίς να είναι δικά μας, σε τόπους που μας δέχονται προτού προλάβουμε να τους γνωρίσουμε, στην απλή χαρά να περπατάμε και να έχουμε λόγο να σταματήσουμε.
Στο διάστημα ανάμεσα στην άφιξη και στην αναχώρησή μας, στις 11 Οκτωβρίου, γνωρίσαμε ένα νησί μέσα από αλλεπάλληλες αλλαγές κλίμακας. Από τον ανοιχτό ορίζοντα της θάλασσας περάσαμε στα στενά των χωριών. Από την επιφάνεια ενός έργου τέχνης στη μεγάλη διάρκεια της πέτρας. Από τις ιστορίες που φυλάσσει ένας οικισμός στη γεύση που μπορεί να κρατήσει ένα τραπέζι.
Η πρόσκληση της ΝΩΜΩ ΑμΚΕ για τα εγκαίνια του «Αόρατου Νήματος» μάς έφερε στο Αγάπι. Η διοργάνωση, όμως, μας έδωσε και τον χρόνο, τη συντροφιά και τις αφορμές για να πλησιάσουμε την Τήνο ουσιαστικά. Το πρόγραμμα του τριημέρου είχε μια ιδιαίτερη συνοχή. Κάθε επόμενη συνάντηση έδινε περισσότερο βάθος στην προηγούμενη, σαν να αποκτούσαν σταδιακά υπότιτλους όσα είχαμε ήδη δει.
Η πρώτη ανάσα, στο Odera Tinos

Βάση μας υπήρξε το Odera Tinos, στη Βουρνή. Εκεί βρίσκαμε τον χώρο να επιστρέφουμε από τις διαδρομές μας και να αφήνουμε τις εντυπώσεις να καταλαγιάζουν. Η θάλασσα μπροστά μας λειτουργούσε ως μια σταθερή γραμμή ανάμεσα στις ημέρες: η ίδια παρουσία, διαφορετική κάθε φορά που σηκώναμε το βλέμμα.
Η αρχιτεκτονική του ξενοδοχείου αντλεί από την τηνιακή λιθοδομή, τη μαρμαροτεχνία και τις γεωμετρίες των περιστεριώνων. Πέτρα, μάρμαρο, καμάρες και διαδοχές φωτός και σκιάς συνθέτουν ένα περιβάλλον με σαφή αναφορά στο νησί. Αναγνωρίζαμε σε αυτές τις επιλογές μια διάθεση συνομιλίας με τον τόπο, η οποία αποκτούσε περισσότερο ενδιαφέρον όσο προχωρούσε η περιήγησή μας στην ενδοχώρα.

Εκτιμήσαμε ιδιαίτερα αυτή τη συνέχεια. Η διαμονή γινόταν μέρος της ταξιδιωτικής εμπειρίας, ένας ήρεμος ρυθμός μέσα σε ημέρες γεμάτες ερεθίσματα. Μετά τις συναντήσεις, τα χωριά και τα έργα, επιστρέφαμε σε μια φιλοξενία που μας επέτρεπε να πάρουμε ανάσα. Να μη βιαστούμε να μετατρέψουμε όσα είδαμε σε συμπέρασμα. Να κρατήσουμε για λίγο μια εικόνα, μια σκέψη, την αίσθηση της ημέρας που τελείωνε.

Αυτός ο χρόνος έχει τη δική του αξία σε ένα πολιτιστικό ταξίδι. Οι εντυπώσεις χρειάζονται χώρο για να γίνουν μνήμη. Το Odera μάς πρόσφερε ακριβώς αυτή τη δυνατότητα, με την άνεση και τη διακριτικότητα που κάνουν τη φιλοξενία προσωπική.
Παρασκευή 9 Οκτωβρίου: στο Αγάπι, για τα εγκαίνια
Το απόγευμα της Παρασκευής βρεθήκαμε στο Αγάπι για τα εγκαίνια της έκθεσης «Το Αόρατο Νήμα υφαίνει». Ο τίτλος είχε ήδη κινήσει την περιέργειά μας. Εδώ άρχισε να αποκτά τόπο, αποστάσεις και ανθρώπινη παρουσία.
Η έκθεση απλώνεται στο παλιό σχολείο του χωριού, στον νερόμυλο, σε χώρους της διαδρομής προς αυτόν, στον περιστεριώνα της λαγκαδιάς και στο ξωκλήσι της Αγίας Σοφίας. Η ίδια η χωροθέτηση προσκαλεί σε μετακίνηση. Για να περάσουμε νοητά από το ένα έργο στο άλλο, χρειάζεται να συμπεριλάβουμε και όσα μεσολαβούν: το έδαφος, τα κτίσματα, τις αποστάσεις, τις αλλαγές του φωτός.

Στα εγκαίνια αισθανθήκαμε τη χαρά μιας αρχής που αφορούσε πολλούς. Υπήρχε η προσμονή της συνάντησης με την τέχνη, αλλά και κάτι πιο οικείο: η αίσθηση ότι ένα χωριό άνοιγε ένα κεφάλαιο της ζωής του και μας επέτρεπε να μπούμε. Η παρουσία μας εκεί αποκτούσε διαφορετικό βάρος από μια συνηθισμένη επίσκεψη σε έκθεση. Έπρεπε να διαθέσουμε και το σώμα μας, τον βηματισμό μας, την προσοχή μας στον χώρο.
Στο Αγάπι η ματιά χαμηλώνει συχνά. Ακολουθεί μια ένωση της πέτρας, μια ανωμαλία του μονοπατιού, ένα αγκάθι στην άκρη της διαδρομής. Ύστερα ξανασηκώνεται προς το χωριό. Αυτή η εναλλαγή μάς έβαζε σταδιακά στον ρυθμό της εμπειρίας. Η διαδρομή είχε υφή. Ο αέρας, η βλάστηση και η εγγύτητα του χώματος έφερναν την ύπαιθρο μέσα στη συνάντησή μας με τα έργα.

Ο χρόνος που δίναμε σε κάθε στάση γινόταν μέρος αυτού που τελικά παίρναμε μαζί μας. Ακόμη και η επιστροφή στη συζήτηση, μετά από μια στιγμή παρατήρησης, είχε σημασία: ακούγαμε τη δική μας εντύπωση να συναντά μια άλλη, να αλλάζει, να αποκτά μια λεπτομέρεια που μας είχε διαφύγει.
Έργα με τη δική τους φωνή
Την επιμέλεια υπογράφει η Ελένη Γλύνη. Στη διοργάνωση συμμετέχουν οι Δημήτρης Αναστασίου, Ελένη Γλύνη, Αλεξάνδρα Γρυπάρη, Γιάννης Ευθυμίου, Μαίρη Κόντη, Αλέκος Κυραρίνης, Κωνσταντίνος Λαδιανός, Αλέξανδρος Λάιος, Εμμανουήλ Μπιτσάκης, Λευτέρης Ναύτης, Αχιλλέας Παπακώστας, Νίκος Ποδιάς, Δημήτρης Σκαλκώτος και Μάρω Φασουλή. Η συνάντηση τόσων διαφορετικών δημιουργών δίνει στην έκθεση μια πολυφωνία που ταιριάζει στη διαδρομή της.

Στα έργα της περιλαμβάνονται το «Serviam» του Νίκου Ποδιά, το «Κατοικώντας στο κενό» του Δημήτρη Σκαλκώτου και ο «Τόπος ίασης» του Αχιλλέα Παπακώστα. Στον νερόμυλο παρουσιάζονται έργα της Μάρως Φασουλή, του Δημήτρη Σκαλκώτου και του Κωνσταντίνου Λαδιανού, ενώ στην Αγία Σοφία συναντιούνται οι εικαστικές παρουσίες του Αλέκου Κυραρίνη και του Αλέξανδρου Λάιου.

Κρατήσαμε από αυτή τη συνύπαρξη την ελευθερία να παρατηρούμε χωρίς να χρειάζεται να συμφωνήσουμε αμέσως σε μια ερμηνεία. Η γειτνίαση ενός σύγχρονου έργου με έναν παλιό τόπο εργασίας ή λατρείας μάς έδινε πολλά σημεία εισόδου. Μπορούσαμε να ξεκινήσουμε από το υλικό, από την κλίμακα, από τη θέση του έργου. Ή απλώς από την αίσθηση που μας άφηνε.

Η εμπειρία είχε κάτι βαθιά σωματικό. Πότε πλησιάζαμε και πότε χρειαζόμασταν απόσταση. Το βλέμμα προσαρμοζόταν από το έξω στο μέσα, από το φωτεινό στο σκιερό. Σκεφτόμασταν πόσο συχνά ζητάμε από την τέχνη να μας συγκινήσει γρήγορα. Εδώ απολαμβάναμε τη δυνατότητα να της διαθέσουμε χρόνο, να αφήσουμε και την αμηχανία να κάνει τη δουλειά της.

Η φροντίδα ως αφετηρία
Στον πυρήνα του «Αόρατου Νήματος» βρίσκεται η φροντίδα, ως πολιτιστική, κοινωνική και περιβαλλοντική αξία. Θεωρητική αφετηρία είναι οι «Αόρατες Πόλεις» του Ίταλο Καλβίνο και η ιδέα ότι έναν τόπο τον συγκροτούν επίσης οι σχέσεις και οι αφηγήσεις του.
Στη δική μας εμπειρία, αυτή η ιδέα απέκτησε βάρος μέσα από τις μικρές συνδέσεις του τριημέρου. Ένα κτίσμα μας έκανε να αναρωτηθούμε για τη χρήση του. Μια παραδοσιακή τέχνη έφερνε στη σκέψη την ανάγκη που τη γέννησε. Ένα γεύμα μάς επέστρεφε στη γη που είχαμε διασχίσει. Αρχίζαμε να συνδέουμε τη φροντίδα με τη διάρκεια, με τη δουλειά που επαναλαμβάνεται και με τη γνώση που κάποιος αποφασίζει να μοιραστεί.
Η διοργάνωση μας πρόσφερε πρόσβαση σε αυτόν τον τρόπο σκέψης με μεγάλη γενναιοδωρία. Μας έδωσε αφορμές, περιεχόμενο και χρόνο. Το ενδιαφέρον της για τον τόπο γινόταν αισθητό στην επιλογή των διαδρομών και στη δυνατότητα να επιστρέφουμε σε μια ιδέα από διαφορετικό δρόμο. Η φροντίδα, για την οποία μιλούσε το πρόγραμμα, υπήρχε και στον τρόπο με τον οποίο βιώναμε το ίδιο το πρόγραμμα.
Σάββατο πρωί: ο Αρνάδος και η κλίμακα της εγγύτητας
Το πρωί της 10ης Οκτωβρίου η ξενάγησή μας στον Αρνάδο έδωσε συνέχεια σε αυτές τις σκέψεις. Χτισμένο στην πλαγιά του Κεχροβουνίου, το χωριό ξεχωρίζει για τις καμάρες, τα πλακόστρωτα και το άνοιγμά του προς τις νότιες Κυκλάδες.

Περπατώντας στα στενά, νιώθαμε τον χώρο να μας φέρνει κοντά. Το πλάτος του δρόμου, η διαδοχή των περασμάτων, οι προσόψεις που αντικρίζουν η μία την άλλη δημιουργούσαν μια αίσθηση καθημερινής εγγύτητας. Κάτω από τις καμάρες το φως άλλαζε απότομα· λίγα βήματα αργότερα ο ορίζοντας άνοιγε ξανά. Η εναλλαγή μάς έκανε να προσέχουμε τον βηματισμό μας, να σταματάμε πιο συχνά.

Η ξενάγηση μάς βοηθούσε να δώσουμε περιεχόμενο σε αυτή την ομορφιά. Να σκεφτούμε τα χωριά ως τόπους κατοίκησης, με πρακτικές ανάγκες και ανθρώπινες σχέσεις. Φεύγαμε από τον Αρνάδο με τη γοητεία των εικόνων του, αλλά και με μεγαλύτερη περιέργεια για τον τρόπο που οργανώνεται η ζωή μέσα σε έναν τέτοιο οικισμό.
Βώλαξ: η πέτρα και η πλέξη
Στον Βώλακα η αλλαγή ήταν εντυπωσιακή. Οι μεγάλες, στρογγυλεμένες γρανιτένιες μάζες διαμορφώνουν ένα τοπίο με ασυνήθιστη δύναμη. Η κλίμακά τους μάς έκανε να σταθούμε, να κοιτάξουμε ξανά, να αναζητήσουμε διαφορετικές αποστάσεις θέασης.
Η πέτρα εδώ έμοιαζε να επιβάλλει τον δικό της χρόνο. Οι μορφές της τραβούσαν τη φαντασία, ενώ γύρω τους η ζωή του χωριού κρατούσε την ανθρώπινη κλίμακα. Αυτή η συνύπαρξη του επιβλητικού και του καθημερινού ήταν από τις πιο δυνατές εντυπώσεις μας.

Ο Βώλακας συνδέεται και με την καλαθοπλεκτική, μια τέχνη που εξακολουθεί να αποτελεί στοιχείο της ταυτότητάς του. Μετά την έκθεση, η ίδια η ιδέα της πλέξης είχε αποκτήσει για εμάς μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Σκεφτόμασταν τη σχέση ανάμεσα στην ευκαμψία του υλικού και στη σταθερότητα του τελικού αντικειμένου, την επανάληψη της κίνησης, την επιμονή που απαιτεί μια χρήσιμη και όμορφη κατασκευή.
Το όνομα της διοργάνωσης επέστρεφε έτσι στη σκέψη μας μέσα από την καθημερινή χειροτεχνία. Το νήμα γινόταν και ένας τρόπος να θυμόμαστε ότι η δημιουργία έχει χέρια, κόπο και διάρκεια. Στον Βώλακα αυτή η σκέψη βρήκε ένα ιδιαίτερα εύγλωττο περιβάλλον.

Σάββατο απόγευμα: η μνήμη μάς ξαναφέρνει στο Αγάπι
Το απόγευμα επιστρέψαμε στο Αγάπι για το εργαστήριο μνήμης. Ήταν μια από τις συναντήσεις που έδωσαν στο τριήμερο τον ιδιαίτερο συναισθηματικό του τόνο. Μετά τις πρωινές διαδρομές, η προσοχή μας στράφηκε στον τρόπο με τον οποίο συγκρατούμε όσα βλέπουμε και όσα ακούμε.
Στον εκπαιδευτικό σχεδιασμό της διοργάνωσης, με υπεύθυνους την αρχιτέκτονα Κατερίνα Κοντιζά και τον σχεδιαστή Βαγγέλη Ξενοφώντος, η παρατήρηση του τόπου συνδέεται με την έρευνα, την αφήγηση και τη συμμετοχή. Οι ιστορίες των κτισμάτων, η γνώση των κατοίκων και η προσωπική ματιά γίνονται υλικό για μια πιο ενεργή γνωριμία με το χωριό.

Για εμάς, το εργαστήριο έφερε μια πολύτιμη μετατόπιση. Αρχίσαμε να σκεφτόμαστε τη μνήμη ως ευθύνη της προσοχής μας. Τι συγκρατούμε από έναν τόπο; Ποια λεπτομέρεια επιλέγουμε να μεταφέρουμε; Πόσο χώρο αφήνουμε σε μια ιστορία που προϋπήρχε της άφιξής μας;
Αυτά τα ερωτήματα άγγιζαν και τη δική μας δουλειά. Ως ταξιδιωτικό μέσο, συναντάμε διαρκώς τόπους που μας προσφέρουν εικόνες. Στο Αγάπι αισθανθήκαμε πιο έντονα την αξία του να καθυστερούμε πριν τις περιγράψουμε. Να ακούμε, να παρατηρούμε, να καταλαβαίνουμε ποιο κομμάτι μιας εμπειρίας μπορούμε να μεταφέρουμε με ακρίβεια και σεβασμό.
Το απόγευμα εκείνο έδωσε στη λέξη «μνήμη» μια οικειότητα που δεν περιμέναμε. Σκεφτήκαμε και τους δικούς μας τόπους, τις μικρές λεπτομέρειες που αναγνωρίζουμε αμέσως όταν επιστρέφουμε, τις ιστορίες που κινδυνεύουν να χαθούν αν πάψουμε να τις αφηγούμαστε. Το Αγάπι μάς είχε οδηγήσει σε κάτι προσωπικό, χωρίς να χρειαστεί να μιλήσει για εμάς.
Στο «Μικρό Καράβι», η γη φτάνει στο τραπέζι
Το βράδυ του Σαββάτου βρεθήκαμε στο «Μικρό Καράβι» και ανακαλύψαμε την Τήνο μέσα από τις τοπικές γεύσεις της. Μετά από μια ημέρα γεμάτη περπάτημα, εικόνες και σκέψεις, το τραπέζι μάς έδωσε έναν άλλο τρόπο να συνεχίσουμε τη γνωριμία μας με το νησί.

Στην κουζίνα του Αντώνη Ψάλτη, η σχέση με την τοπική παραγωγή έχει κεντρική θέση. Η μαγειρική του εστιατορίου αξιοποιεί τηνιακά όσπρια, χόρτα, κάπαρη, θυμαρίσιο μέλι, τυριά και αλλαντικά του νησιού και των Κυκλάδων, μαζί με εποχικά προϊόντα. Η οινική του πρόταση δίνει επίσης χώρο στον τηνιακό αμπελώνα.
Εκείνο το βράδυ απολαύσαμε περισσότερο από καθετί την αίσθηση της συνέχειας. Όσα είχαμε συζητήσει για τη γη, τη γνώση και τη φροντίδα έβρισκαν μια άμεση, αισθητηριακή έκφραση. Η γεύση απαιτεί τη δική της προσοχή: να μείνουμε λίγο στην πρώτη εντύπωση, να αναγνωρίσουμε μια υφή, να παρατηρήσουμε τι παραμένει όταν η μπουκιά τελειώνει.
Γύρω από το τραπέζι, η ημέρα άρχισε να αποκτά κοινή αφήγηση. Επιστρέφαμε στις στάσεις της, μοιραζόμασταν όσα μας είχαν κινήσει το ενδιαφέρον, ανακαλύπταμε ότι ο καθένας είχε κρατήσει κάτι διαφορετικό. Το φαγητό δημιουργούσε τον πιο φυσικό χώρο για αυτή την ανταλλαγή. Η ζεστασιά της συντροφιάς έδινε στις γεύσεις ένα δεύτερο βάθος, εκείνο που κάνει ένα δείπνο να επιστρέφει αργότερα στη μνήμη μαζί με τους ανθρώπους του.
Κυριακή πρωί: στον Πύργο, με το βλέμμα στη λεπτομέρεια
Η ξενάγηση στον Πύργο, το πρωί της 11ης Οκτωβρίου, ήταν ένας υπέροχος τελευταίος σταθμός. Φτάσαμε έχοντας ήδη αποκτήσει μεγαλύτερη ευαισθησία στις λεπτομέρειες της ύλης, και εδώ το μάρμαρο μας έδινε διαρκώς λόγους να κοιτάζουμε.
Στα υπέρθυρα, στις κρήνες, στις όψεις και στα περάσματα του χωριού αναγνωρίζαμε μια μακρά σχέση ανάμεσα στην τεχνική και στην καθημερινή ζωή. Ο Πύργος, τόπος καταγωγής του Γιαννούλη Χαλεπά και του Νικηφόρου Λύτρα, έχει μια ιδιαίτερη θέση στην καλλιτεχνική ιστορία του νησιού.

Το ενδιαφέρον μας έμενε και στις μικρές κλίμακες. Σε μια καμπύλη, σε ένα ανάγλυφο, στη διαφορά ανάμεσα σε δύο επιφάνειες. Η μαρμαροτεχνία της Τήνου έχει αναγνωριστεί από την UNESCO ως άυλη πολιτιστική κληρονομιά της ανθρωπότητας από το 2015. Κρατούσαμε αυτή την αναγνώριση στη σκέψη μας ως αναφορά στους ανθρώπους και στη γνώση τους, στη μαθητεία και στη μετάδοση της τέχνης.

Ύστερα από το Αγάπι, τον Αρνάδο και τον Βώλακα, η περιήγηση στον Πύργο μάς έδινε μια ακόμη όψη της ίδιας σχέσης με τον τόπο. Κάποιος επιλέγει ένα υλικό, μαθαίνει να το δουλεύει, το μεταμορφώνει και παραδίδει τη γνώση του παρακάτω. Μέσα σε αυτή τη διαδοχή χωρούν η επιβίωση, η ομορφιά και η προσωπική έκφραση.
Θα θέλαμε περισσότερο χρόνο στον Πύργο. Αυτή η επιθυμία, όμως, είχε και τη γλύκα ενός καλού αποχαιρετισμού: είχαμε αποκτήσει έναν συγκεκριμένο λόγο να επιστρέψουμε.
Οι άνθρωποι πίσω από το νήμα
Καθώς ολοκληρώναμε το ταξίδι, νιώθαμε ευγνωμοσύνη για τη σκέψη και τη δουλειά που το είχαν κάνει δυνατό. Η ΝΩΜΩ ΑμΚΕ, την οποία ίδρυσαν το 2021 η εικαστικός Αλεξάνδρα Γρυπάρη και η Σοφία Ζησίμου, εργάζεται στη συνάντηση τέχνης, επιστήμης και τεχνολογίας. Στο τριήμερό μας αισθανθήκαμε τη δύναμη αυτής της συνάντησης μέσα από μια διοργάνωση με περιεχόμενο, συνοχή και ανθρώπινη ζεστασιά.
Εκτιμήσαμε την επιλογή του Αγάπι ως κεντρικού τόπου, την επιμελητική ματιά της Ελένης Γλύνη, τη συνύπαρξη των καλλιτεχνών και τη φροντίδα με την οποία συνδέθηκαν οι εμπειρίες μας. Υπήρχε γενναιοδωρία στον τρόπο που μας προσφέρθηκε το νησί. Η έκθεση έδινε το έναυσμα και οι επόμενες διαδρομές άφηναν τη σκέψη της να αναπνεύσει μέσα στην πραγματική ζωή.
Το εγχείρημα πραγματοποιείται σε συνδιοργάνωση με τον Δήμο Τήνου και τον Σύλλογο του χωριού Αγάπη, με στήριξη του Υπουργείου Πολιτισμού, της Γενικής Γραμματείας Αιγαίου και Νησιωτικής Πολιτικής και του Ιταλικού Μορφωτικού Ινστιτούτου Αθηνών. Συνεργάζεται με το Slow Food / Slow Wine, τελεί υπό την αιγίδα του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και υποστηρίζεται από τη Seajets και το T-OINOS.
Μας συγκίνησε ότι η ιδέα της φροντίδας μπορούσε να αποκτήσει τόσο πολλές μορφές και να διατηρεί τη συνοχή της. Στην τέχνη, στη γνώση του τόπου, στην εκπαιδευτική διαδικασία, στη μαγειρική, στη φιλοξενία. Η διοργάνωση μάς έδωσε μια ολοκληρωμένη πολιτιστική εμπειρία, την οποία συνεχίζαμε να επεξεργαζόμαστε και μετά την επιστροφή μας.
Όσα πήραμε μαζί μας
Φύγαμε από την Τήνο στις 11 Οκτωβρίου έχοντας γεμίσει τις ημέρες μας με έργα, διαδρομές, γεύσεις και συναντήσεις. Οι αισθήσεις είχαν δουλέψει μαζί: το βλέμμα πάνω στην πέτρα, ο βηματισμός στα περάσματα, τα αρώματα της υπαίθρου, η ακοή στις αφηγήσεις, η γεύση στο τέλος μιας γεμάτης ημέρας.
Αργότερα, όταν προσπαθήσαμε να βάλουμε τις εντυπώσεις σε σειρά, διαπιστώσαμε ότι επιστρέφαμε στις συνδέσεις τους. Στη διαδρομή από το έργο προς το χωριό. Από τη μνήμη προς την ευθύνη να τη διατηρήσουμε. Από την τοπική πρώτη ύλη προς τη χαρά του κοινού τραπεζιού.
Το «Αόρατο Νήμα» είχε αρχίσει να υφαίνει και τη δική μας σχέση με την Τήνο. Το νιώσαμε καθαρότερα τη στιγμή του αποχαιρετισμού, όταν ένα τριήμερο είχε ήδη γίνει κάτι στο οποίο θέλαμε να επιστρέψουμε.




