Το υπουργείο Παιδείας προσλαμβάνει 30.000 αναπληρωτές στην Α΄ φάση

Χιλιάδες θέσεις μένουν κενές Οι επίσημες ανάγκες αγγίζουν τις 45.000 θέσεις
Τα ελληνικά σχολεία θα ανοίξουν και φέτος με σημαντικά κενά. Ενώ οι επίσημες ανάγκες σε αναπληρωτές εκπαιδευτικούς υπολογίζονται σε περίπου 45.000 – και ανεπίσημα ακόμη περισσότερες – το υπουργείο Παιδείας προχωρά στην Α΄ φάση προσλήψεων με μόλις 30.000.
Οι υπόλοιπες 15.000 θέσεις, στην καλύτερη περίπτωση, θα καλυφθούν σε Β΄, Γ΄ και Δ΄ φάση, δηλαδή μετά την έναρξη των μαθημάτων.
Το αποτέλεσμα είναι γνωστό και επαναλαμβανόμενο: Χιλιάδες μαθητές θα ξεκινήσουν τη σχολική χρονιά χωρίς δάσκαλο ή καθηγητή σε κρίσιμα μαθήματα.
Τμήματα θα λειτουργούν με ωρομίσθιους ή καθόλου, ειδικότητες θα λείπουν για εβδομάδες, και η εκπαιδευτική διαδικασία θα υπονομεύεται από την πρώτη ημέρα.
Οι γονείς θα ξανακούσουν τις ίδιες δικαιολογίες περί «λειτουργικών κενών» και «διαδικασιών», ενώ τα παιδιά θα πληρώνουν το τίμημα.
Η πρακτική αυτή δεν είναι συγκυριακή. Αποτελεί πάγια πολιτική επιλογή. Αντί για μαζικούς μόνιμους διορισμούς που θα σταθεροποιούσαν το σύστημα, το δημόσιο σχολείο στηρίζεται χρόνιο σε προσωρινούς αναπληρωτές, οι οποίοι προσλαμβάνονται με καθυστέρηση, μετακινούνται συνεχώς και ζουν σε καθεστώς εργασιακής αβεβαιότητας.
Η κυβέρνηση παρουσιάζει τις 30.000 προσλήψεις ως επιτυχία, αποφεύγοντας να απαντήσει γιατί δεν καλύπτονται εξ αρχής όλες οι καταγεγραμμένες ανάγκες.
Η συνέπεια είναι η συστηματική απαξίωση του δημόσιου σχολείου. Όσο τα κενά παραμένουν και οι προσλήψεις γίνονται τμηματικά, τόσο ενισχύεται η εικόνα ενός συστήματος που αδυνατεί να ανταποκριθεί στις βασικές του υποχρεώσεις.
Οι ιδιωτικές λύσεις και η φροντιστηριακή αγορά βρίσκουν εύφορο έδαφος, ενώ η δημόσια εκπαίδευση παρουσιάζεται ως ανεπαρκής.
Η ηγεσία του υπουργείου Παιδείας γνωρίζει τους αριθμούς. Γνωρίζει επίσης ότι κάθε καθυστερημένη πρόσληψη μεταφράζεται σε χαμένες διδακτικές ώρες.
Παρά ταύτα, επιλέγει να αφήσει χιλιάδες θέσεις για τις επόμενες φάσεις. Δεν πρόκειται για τεχνική αδυναμία. Πρόκειται για πολιτική επιλογή που φορτώνει το κόστος στους μαθητές και στις οικογένειές τους, διατηρώντας το δημόσιο σχολείο σε μόνιμη κατάσταση ανεπάρκειας.




