skip to Main Content
ΛΕΦΤΑ ΥΠΑΡΧΟΥΝ… Αλλά σε ποια χέρια;

ΛΕΦΤΑ ΥΠΑΡΧΟΥΝ… Αλλά σε ποια χέρια;

Δρ. Γαβριήλ Μανωλάτος

Καθηγητής Διεθνούς Οικονομίας και Ανάπτυξης

«Λεφτά υπάρχουν». Ελάχιστες φράσεις στη μεταπολιτευτική ιστορία της Ελλάδας προκάλεσαν τόσο έντονες πολιτικές αντιπαραθέσεις και ταυτίστηκαν τόσο έντονα με μια ολόκληρη εποχή. Δεκαεπτά χρόνια αργότερα, η φράση αυτή εξακολουθεί να προκαλεί αντιδράσεις. Ίσως, όμως, έχει έρθει η στιγμή να την αποδεσμεύσουμε από το πολιτικό της φορτίο και να την εξετάσουμε ως οικονομικό ερώτημα.

Υπάρχουν πράγματι χρήματα στην ελληνική οικονομία; Και αν υπάρχουν, σε ποια χέρια βρίσκονται;

Η απάντηση δεν μπορεί να δοθεί ούτε με συνθήματα ούτε με πολιτικές αντιπαραθέσεις. Μπορεί να δοθεί μόνο μέσα από τα στοιχεία.

Τα επίσημα δεδομένα της Τράπεζας της Ελλάδος μάς επιτρέπουν σήμερα να προσεγγίσουμε το ερώτημα με τρόπο αντικειμενικό. Και τα συμπεράσματα έχουν ιδιαίτερη σημασία, διότι αναδεικνύουν όχι μόνο το μέγεθος του παραγόμενου πλούτου, αλλά κυρίως τον τρόπο με τον οποίο αυτός κατανέμεται στην ελληνική κοινωνία.

Κάθε οικονομία μπορεί να περιγραφεί με δύο διαφορετικούς τρόπους.

Ο πρώτος αφορά τη δημιουργία του πλούτου.

Ο δεύτερος αφορά την κατανομή του.

Η οικονομική πολιτική, εύλογα, δίνει έμφαση στον πρώτο. Η κοινωνία, όμως, βιώνει καθημερινά τις συνέπειες του δεύτερου.

Η ελληνική οικονομία παρουσιάζει τα τελευταία χρόνια αξιοσημείωτη βελτίωση σε μια σειρά από μακροοικονομικούς δείκτες. Η ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας, οι υψηλότεροι ρυθμοί ανάπτυξης σε σχέση με τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, η μείωση της ανεργίας και η δημοσιονομική εξυγίανση αποτελούν πραγματικές και σημαντικές εξελίξεις.

Η ύπαρξη, όμως, θετικών μακροοικονομικών επιδόσεων δεν συνεπάγεται αυτομάτως και ανάλογη βελτίωση της οικονομικής ευημερίας των περισσότερων πολιτών. Η οικονομική επιστήμη έχει επανειλημμένως δείξει ότι μεταξύ ανάπτυξης και κοινωνικής ευημερίας παρεμβάλλεται ένας κρίσιμος παράγοντας: η κατανομή του εισοδήματος και του πλούτου.

Στην περίπτωση της Ελλάδας, τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος για την κατανομή των τραπεζικών καταθέσεων παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Περίπου το 71% των καταθετών διαθέτουν καταθέσεις από 0 (μηδέν) έως 1.000 ευρώ, ενώ σχεδόν το 98% διατηρεί υπόλοιπα έως 50.000 ευρώ. Στον αντίποδα, μόλις το 0,8% των καταθετών συγκεντρώνει καταθέσεις ύψους περίπου 137 δισεκατομμυρίων ευρώ. Δηλαδή, το σύνολο σχεδόν του χρήματος στην Ελλάδα το κατέχει μόλις το 0,8% των καταθετών

Τα στοιχεία αυτά αποτελούν, έναν ιδιαίτερα αξιόπιστο δείκτη της ρευστότητας και της οικονομικής ανθεκτικότητας των πολιτών. Και υπό αυτή την έννοια είναι εξαιρετικά αποκαλυπτικά.

Η συντριπτική πλειονότητα των ελληνικών νοικοκυριών διαθέτει περιορισμένα ταμειακά διαθέσιμα. Αυτό σημαίνει ότι η δυνατότητα απορρόφησης απρόβλεπτων οικονομικών κραδασμών είναι ελάχιστη, η αποταμίευση ασθενής και η δυνατότητα χρηματοδότησης μελλοντικών επενδύσεων, όπως η απόκτηση κατοικίας, η δημιουργία επιχείρησης ή η χρηματοδότηση σπουδών, σημαντικά περιορισμένη.

Η οικονομική θεωρία αντιμετωπίζει την αποταμίευση όχι ως απλή συσσώρευση χρημάτων αλλά ως μηχανισμό δημιουργίας μελλοντικού εισοδήματος. Η χαμηλή αποταμίευση περιορίζει τις επενδύσεις, αυξάνει την εξάρτηση από τον τραπεζικό δανεισμό και καθιστά την οικονομία περισσότερο ευάλωτη στις διακυμάνσεις του οικονομικού κύκλου.

Το πρόβλημα γίνεται εντονότερο όταν συνδυάζεται με επίμονες πληθωριστικές πιέσεις. Η πρόσφατη ενεργειακή κρίση και οι μεγάλες αυξήσεις στις τιμές βασικών αγαθών περιόρισαν αισθητά την αγοραστική δύναμη των πραγματικών εισοδημάτων. Η ονομαστική αύξηση των μισθών δεν στάθηκε αρκετή, για να αντισταθμίσει τη μείωση της πραγματικής αγοραστικής δύναμης. Το αποτέλεσμα ήταν η περαιτέρω αποδυνάμωση της δυνατότητας αποταμίευσης μεγάλου μέρους των νοικοκυριών.

Η κατάσταση αυτή συνδέεται άμεσα με μια ακόμη διαρθρωτική αδυναμία της ελληνικής οικονομίας: τη διαρροή ανθρώπινου κεφαλαίου. Η μετανάστευση εκατοντάδων χιλιάδων νέων επιστημόνων κατά την τελευταία δεκαπενταετία δεν αποτελεί μόνο απώλεια εργατικού δυναμικού. Συνιστά απώλεια γνώσης, παραγωγικότητας, φορολογικής βάσης και καινοτομικής ικανότητας. Επιπλέον, επιβαρύνει το ήδη δυσμενές δημογραφικό ισοζύγιο της χώρας, καθώς αφορά κυρίως άτομα της πλέον παραγωγικής και αναπαραγωγικής ηλικίας.

Οι μεγάλες οικονομικές σχολές σκέψης συγκλίνουν σε ένα κοινό συμπέρασμα. Από τον Keynes έως τον Stiglitz και από τον Kuznets έως τον Piketty, η υπερβολική συγκέντρωση του πλούτου δεν θεωρείται μόνο κοινωνικό πρόβλημα αλλά και αναπτυξιακό εμπόδιο. Όταν η οικονομική μεγέθυνση δεν συνοδεύεται από επαρκή διάχυση των εισοδημάτων, η συνολική ζήτηση αποδυναμώνεται, οι παραγωγικές επενδύσεις περιορίζονται και η κοινωνική κινητικότητα μειώνεται.

Η πραγματική πρόκληση της οικονομίας, δεν αφορά πλέον αποκλειστικά τη δημοσιονομική ισορροπία. Αφορά την ποιότητα της ανάπτυξης.

Η ανάπτυξη καθίσταται βιώσιμη όταν μετατρέπεται σε αύξηση της παραγωγικότητας, των πραγματικών εισοδημάτων, της αποταμίευσης και της επενδυτικής δυνατότητας των νοικοκυριών. Καθίσταται βιώσιμη όταν ενισχύει τη μεσαία τάξη, δημιουργεί ευκαιρίες για τους νέους και περιορίζει τα κίνητρα οικονομικής μετανάστευσης.

Η οικονομία δεν μπορεί να αξιολογείται αποκλειστικά από το ύψος του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος. Ούτε από την πορεία των χρηματοπιστωτικών δεικτών. Η τελική της αξιολόγηση πραγματοποιείται στο επίπεδο του νοικοκυριού. Εκεί όπου κρίνεται εάν μια οικογένεια μπορεί να αποταμιεύσει, να αποκτήσει κατοικία, να επενδύσει στην εκπαίδευση των παιδιών της και να σχεδιάσει με ασφάλεια το μέλλον της.

Η Ελλάδα δεν στερείται πλούτου.

Το κρίσιμο οικονομικό ερώτημα είναι κατά πόσο ο πλούτος αυτός διαχέεται στην κοινωνία με τρόπο που να ενισχύει τη συνολική αναπτυξιακή δυναμική της χώρας.

Αυτό είναι και το πραγματικό διακύβευμα της επόμενης δεκαετίας.

 

Πηγή

Back To Top