Μίμηση, μάθηση και προσωπικότητα: μια περίπλοκη σχέση

Συχνά οι γονείς αποδίδουν συμπεριφορές του παιδιού τους σε μίμηση συμπεριφορών άλλων παιδιών, ενώ συχνά οι εκπαιδευτικοί και το κοινωνικό περιβάλλον βλέπουν στη συμπεριφορά του παιδιού την αντανάκλαση της συμπεριφοράς των γονέων. Όλοι αποδίδουν δύσκολες και ακατάλληλες συμπεριφορές σε προβληματικά πρότυπα που προέρχονται από την τηλεόραση και ιδίως πλέον από τα ψηφιακά μέσα. Κατά πόσο όμως αληθεύουν αυτές οι ερμηνείες; Είναι λανθασμένο να απαντήσουμε αφοριστικά με ένα ναι ή με ένα όχι. Θα προσπαθήσουμε λοιπόν παρακάτω να εξηγήσουμε την περίπλοκη σχέση μεταξύ μίμησης, μάθησης και διαμόρφωσης της προσωπικότητας.
Πρώτος ο Αριστοτέλης είχε επισημάνει ότι ο άνθρωπος δεν είναι απλώς «μιμητικό ζώο», αλλά το πλέον μιμητικό απ’ όλα! Δύο χιλιάδες χρόνια αργότερα, ο ψυχολόγος Άλμπερτ Μπαντούρα ανέπτυξε τη θεωρία της κοινωνικής μάθησης, σύμφωνα με την οποία οι άνθρωποι μπορούν να μάθουν παρατηρώντας τους άλλους και μιμούμενοι τις συμπεριφορές τους. Το 1961 ο Μπαντούρα έκανε ένα διάσημο πείραμα, το οποίο έδειξε ότι τα παιδιά μπορούν να μάθουν και να αναπαράγουν επιθετικές συμπεριφορές μέσω της παρατήρησης. Τα παιδιά ήταν χωρισμένα σε τρεις ομάδες. Τα παιδιά της πρώτης ομάδας παρακολουθούσαν έναν ενήλικα να χτυπά, να κλωτσά και να βρίζει μια φουσκωτή κούκλα που λεγόταν Μπόμπο. Τα παιδιά της δεύτερης ομάδας έβλεπαν τον ενήλικα να παίζει ήσυχα και να αγνοεί την κούκλα. Τα παιδιά της τρίτης ομάδας δεν παρακολουθούσαν τίποτα. Όταν τα παιδιά αφέθηκαν μόνα τους με την κούκλα, όσα είχαν παρακολουθήσει το επιθετικό πρότυπο εκδήλωσαν έντονα επιθετική συμπεριφορά προς αυτήν, μιμούμενα τις κινήσεις του ενήλικα. Αντίθετα, οι άλλες δύο ομάδες σπάνια έδειξαν επιθετικότητα. Το πείραμα αυτό λοιπόν έδειξε ότι τα παιδιά μπορεί να μιμηθούν τις πράξεις ενηλίκων, ακόμα κι όταν δεν υπάρχει επιβράβευση γι’ αυτές.
Ωστόσο, η ψυχοδυναμική θεωρία του Φρόυντ εξετάζει το ζήτημα από μια πολύ διαφορετική σκοπιά. Σύμφωνα με την ψυχανάλυση, καθώς συγκροτεί την προσωπικότητά του, το παιδί ενσωματώνει ασυνείδητα χαρακτηριστικά ή αξίες των σημαντικών ενηλίκων του περίγυρού του, μεταξύ άλλων ως έναν τρόπο μείωσης του άγχους. Ενώ η απλή μίμηση αφορά κυρίως την αναπαραγωγή συγκεκριμένων συμπεριφορών ή δεξιοτήτων που παρατηρούμε στους άλλους, η φροϋδική ταύτιση αποτελεί μια βαθύτερη, ασυνείδητη διεργασία, μέσω της οποίας χαρακτηριστικά και στάσεις σημαντικών προσώπων ενσωματώνονται στη συγκρότηση της προσωπικότητας. Με άλλα λόγια, το παιδί δεν αντιγράφει απλώς όσα βλέπει, αλλά σταδιακά εσωτερικεύει τους τρόπους σκέψης, τις αξίες και τις στάσεις ζωής που συνδέονται με τους ανθρώπους οι οποίοι είναι σημαντικοί γι’ αυτό.
Είναι όμως στην πραγματικότητα αλληλοαποκλειόμενες οι δύο παραπάνω προσεγγίσεις; Ας το δούμε με ένα παράδειγμα.
Έστω λοιπόν ότι ο δεκάχρονος Γιώργος φοιτά σε μια τάξη που αποτελείται κυρίως από αγόρια, τα περισσότερα εκ των οποίων εκφοβίζουν συστηματικά τα λίγα κορίτσια, συνήθως λεκτικά (π.χ. αποκαλώντας τις χαζές) αλλά ενίοτε και σωματικά (π.χ. με σπρωξίματα). Δεν είναι απίθανο να μιμηθεί αυτές τις συμπεριφορές, καθώς αυτό βλέπει να κάνουν καθημερινά οι συμμαθητές του, οι οποίοι είναι και η παρέα του. Ταυτόχρονα όμως ο Γιώργος ζει σε μια οικογένεια στην οποία επικρατεί μεγάλη αγάπη και σεβασμός και οι διαφωνίες επιλύονται με τον διάλογο. Ουδέποτε οι γονείς του έχουν προσπαθήσει να επιβληθούν ο ένας στον άλλον, και κανείς τους στον ίδιο και στη μικρότερη αδελφή του. Ο Γιώργος ταυτίζεται ασυνείδητα με τον πατέρα του, τον οποίο θεωρεί δίκαιο κι ευγενικό. Σε αυτή την αντιφατική συνθήκη, ο Γιώργος μπορεί να βιώσει μια σημαντική εσωτερική σύγκρουση, καθώς αφενός νιώθει άξιος όταν φέρεται όπως οι γονείς του, αφετέρου όμως νιώθει ότι για να ανήκει στην ομάδα των συνομηλίκων, πρέπει να φέρεται όπως εκείνοι. Αν δεν υπάρξει καμιά παρέμβαση, είναι πιθανό σύντομα ο Γιώργος να εντοπίσει τα παιδιά που δεν φέρονται επιθετικά και να αρχίσει να κάνει παρέα μαζί τους (πολύ συχνά τα ίδια τα κορίτσια που πέφτουν θύματα του εκφοβισμού), αποσυρόμενος σταδιακά από την επιθετική παρέα, χωρίς ωστόσο να πάψει να νιώθει άβολα. Αν υπάρξει κατάλληλη παρέμβαση, η οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση πρέπει να στρέφεται κυρίως προς την ομάδα και όχι προς κάθε παιδί ατομικά, ο Γιώργος πιθανόν να νιώσει λυτρωμένος και ελεύθερος να κάνει παρέα με όποια παιδιά ταιριάζει περισσότερο. Αν όμως υπάρξει λανθασμένη παρέμβαση, αν δηλαδή ο Γιώργος δεχθεί επιπλήξεις και τιμωρίες για την αρχική συμπεριφορά του, υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να θυμώσει και να νιώσει ότι αδικείται, και έτσι να ταυτιστεί περισσότερο με την ομάδα των επιθετικών παιδιών.
Όταν έχουμε πραγματικές καταστάσεις παρόμοιες με το παραπάνω παράδειγμα, ακούγονται συχνά φράσεις όπως «εμείς στο σπίτι δεν φερόμαστε με αυτόν τον τρόπο, δεν καταλαβαίνουμε γιατί τα κάνει αυτά», «αυτοί είναι κακά παιδιά και σε παρασέρνουν, να σταματήσεις αμέσως να τους κάνεις παρέα», «παιδί είναι, όταν μεγαλώσει θα μάθει», «θα πάω στη μητέρα του Νίκου να της μιλήσω», «καλά, εσείς ως δασκάλα δεν μπορείτε να συνετίσετε μερικά δεκάχρονα;». Η αποποίηση της ευθύνης και η απόδοση του προβλήματος αποκλειστικά στο ίδιο το παιδί, η άρνηση του προβλήματος, η μετάθεση της επίλυσης του προβλήματος στους ενήλικες και οι βεβιασμένες λύσεις δεν βοηθούν, καθώς το παιδί –κάθε παιδί- είναι πολύ πιθανό κάποια στιγμή να αρχίσει να βιώνει συγκρούσεις μεταξύ των ταυτίσεων που έχει κάνει και των κοινωνικών παραδειγμάτων που βλέπει. Αν δεν υποστηρίξουμε με ουσιαστικό τρόπο το παιδί σε αυτή την επίπονη διαδικασία, μπορεί να ενισχύσουμε την ανάπτυξη αμυνών, οι οποίες τις περισσότερες φορές είναι ανώριμες και δυσλειτουργικές. Όταν το παιδί στο παράδειγμά μας έχει αρχίσει να διαμορφώνει μια προσωπικότητα με βάση την παραδοχή «εγώ δεν είμαι επιθετικός», ενώ ταυτόχρονα παίρνει το μάθημα «αν δεν είσαι επιθετικός δεν θα ανήκεις», έχει να διαβεί από μια δύσκολη εσωτερική διεργασία. Έτσι, είναι πολύ σημαντικό να νιώθει ότι οι γονείς και οι εκπαιδευτικοί είναι στο πλευρό του κι όχι απέναντί του.
Εξετάσαμε ως εδώ το πώς η μίμηση προτύπου του Μπαντούρα και η ψυχοδυναμική θεωρία του Φρόυντ μπορούν να συνυπάρχουν στη διαδικασία της μάθησης και της διαμόρφωσης της προσωπικότητας. Πώς όμως πρέπει να αποκριθεί το περιβάλλον όταν αυτά έρχονται σε σύγκρουση; Εδώ, πολύτιμη είναι η βοήθεια που μας παρέχουν οι αρχές της συστημικής θεωρίας, η οποία αντιλαμβάνεται τον άνθρωπο ως μέλος ενός συνόλου και εστιάζει στους τρόπους με τους οποίους τα μέλη αλληλεπιδρούν μεταξύ τους.
Σύμφωνα με τη συστημική προσέγγιση, η διερεύνηση δεν περιορίζεται στο τι προκάλεσε την επιθετική συμπεριφορά του Γιώργου, αλλά επεκτείνεται στον τρόπο με τον οποίο η συμπεριφορά του συνδέεται με τις σχέσεις και τις αλληλεπιδράσεις μέσα στην ομάδα, καθώς και στους μηχανισμούς που συμβάλλουν στη διατήρηση του προβλήματος. Η έμφαση λοιπόν θα δινόταν στο πώς η συμπεριφορά του Γιώργου επηρεάζει τους υπόλοιπους και πώς αυτοί αντιδρούν, καθώς και στο πώς συντηρείται το πρόβλημα. Η παρέμβαση θα στόχευε στους τρόπους με τους οποίους θα μπορούσε να ανατραπεί η συγκεκριμένη δυσλειτουργική ισορροπία μέσα στο σύστημα των συμμαθητών, ώστε να αναδιαμορφωθεί εκ νέου σε πιο υγιείς βάσεις. Μερικά παραδείγματα παρέμβασης θα μπορούσαν να είναι τα εξής:
- Διάκριση των ρόλων μέσα στην επιθετική ομάδα, π.χ. ποιοι είναι οι κύριοι υποκινητές, ποιοι οι δράστες και ποιοι οι σιωπηροί υποστηρικτές, και απόδοση σε αυτούς σχετικά αντίθετων ρόλων. Για παράδειγμα, οι υποκινητές μπορούν να ενθαρρυνθούν να αναλάβουν δημιουργικές πρωτοβουλίες για την επίτευξη ενός κοινού στόχου, ενώ οι σιωπηροί υποστηρικτές μπορούν να ενισχυθούν ώστε να εκφράζουν τη δική τους άποψη και να αναλαμβάνουν ενεργότερο ρόλο στην προστασία της συνοχής της ομάδας. Προϋπόθεση βέβαια για κάτι τέτοιο είναι η άμεση προστασία των παιδιών που υφίστανται τον εκφοβισμό και η σαφής οριοθέτηση των επιθετικών συμπεριφορών από τους εκπαιδευτικούς.
- Ενίσχυση της συναισθηματικής επίγνωσης, δηλαδή το πώς κάνουν να νιώθει καθένας τόσο οι ενέργειές του, όσο και η υποδοχή των ενεργειών των άλλων. Εδώ μπορούν να αξιοποιηθούν τα ψηφιακά μέσα ως ασφαλή παραδείγματα. Μπορεί να αξιοποιηθούν κατάλληλα επιλεγμένα βίντεο που παρουσιάζουν κοινωνικές αλληλεπιδράσεις, περιστατικά αδικίας ή αποκλεισμού, αλλά και θετικά παραδείγματα αλληλεγγύης και συνεργασίας. Μπορεί να ζητηθεί από τα παιδιά να σχολιάσουν το πώς αντιδρούν οι παρόντες στο βίντεο και πώς νιώθουν τα ίδια βλέποντάς το. Έτσι, θα βοηθηθούν να αναπτύξουν κριτική ματιά απέναντι στα πρότυπα που προέρχονται από ηλεκτρονικά μέσα, αλλά επίσης θα ενισχυθεί η αναγνώριση και η κατανόηση των δικών τους συναισθημάτων.
- Παροχή επιτυχημένων κοινωνικών αντιπαραδειγμάτων, όπως για παράδειγμα η επιτυχία που μπορεί να επιτευχθεί από την ομοψυχία. Η συμμετοχή όλης της τάξης σε ένα project και η έκθεσή του στο κοινό, μπορεί να ενισχύσει τη συνοχή της και το αίσθημα ότι όλοι χρειάζονται και συμμετέχουν.
- Ασκήσεις αυτογνωσίας της ομάδας, δηλαδή παιγνιώδεις και ασφαλείς διαδικασίες μέσω των οποίων τα παιδιά συνειδητοποιούν το πώς οι συμπεριφορές τους επηρεάζουν άμεσα όλη την ομάδα, και ζητούμενα όπως η επιτυχία και η αποδοχή, δεν μπορούν να επιτευχθούν για κανέναν μέσα σε ένα εχθρικό κλίμα.
Ωστόσο τα παραπάνω δεν μπορούν να επιτευχθούν, αν δεν λειτουργεί αποτελεσματικά ένα άλλο ευρύτερο σύστημα, αυτό που αποτελείται από το σχολείο και την οικογένεια. Γονείς και εκπαιδευτικοί πρέπει να αντιμετωπίζουν ο ένας τον άλλον ως συνεργάτες και συνοδοιπόρους προς έναν κοινό στόχο, και όχι ως ανταγωνιστές. Οφείλουν ακόμα να καλλιεργούν τον αλληλοσεβασμό δίχως να σπεύδουν να αποποιούνται ευθύνες, ούτε όμως και να τις αποδίδουν ελαφρά τη καρδία. Ειδάλλως, όλα όσα αναφέρθηκαν παραπάνω για τη σημασία του παραδείγματος, του προτύπου, της ασυνείδητης ταύτισης και του τρόπου λειτουργίας των συστημάτων, δεν έχουν γίνει επαρκώς κατανοητά.
Τι μπορούμε λοιπόν πρακτικά να κάνουμε;
- Να ακούσουμε το παιδί χωρίς να βιαστούμε να το καταδικάσουμε ή να το δικαιολογήσουμε.
- Να διαχωρίσουμε τη συμπεριφορά από την προσωπικότητά του: δεν χαρακτηρίζουμε το παιδί ως «κακό», αλλά χαρακτηρίζουμε ξεκάθαρα την απαράδεκτη συμπεριφορά.
- Να συνεργαστούμε με το σχολείο με θετική διάθεση για την αντιμετώπιση του προβλήματος, χωρίς να μεταφέρουμε προκαταβολικά όλη την ευθύνη σε κάποιον άλλο μαθητή, στην οικογένειά του ή και στους εκπαιδευτικούς.
Συνοψίζοντας, το παιδί ως αναπτυσσόμενος άνθρωπος λαμβάνει διαρκώς ερεθίσματα τα οποία επεξεργάζεται με περίπλοκους τρόπους και καταλήγει σε συμπεριφορές που είναι σημαντικό να αντιμετωπίζονται ως μηνύματα, άλλοτε επιβεβαιώνοντας την υγεία του περιβάλλοντος κι άλλοτε εκφράζοντας μια κραυγή για βοήθεια. Γιατί τελικά, ο στόχος μας δεν είναι να μεγαλώσουμε παιδιά που απλώς συμμορφώνονται με όσα τους λέμε, αλλά ανθρώπους που μπορούν να σκέφτονται, να επιλέγουν και να στέκονται με σεβασμό απέναντι στον εαυτό τους και στους άλλους.
Ελένη Κονιδάρη
Ψυχολόγος, Προϊσταμένη ΚΕ.Δ.Α.Σ.Υ. Κεφαλληνίας
Νοέμβριος 2026





