Μουντιάλ 2026: Οταν το φίλαθλο αίσθημα γίνεται εργαλείο των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών…
Καθώς το Παγκόσμιο Κύπελλο Ποδοσφαίρου 2026 μπαίνει στην τελική ευθεία, με τον τελικό ανάμεσα στην Αργεντινή και την Ισπανία να διεξάγεται την Κυριακή, γίνεται ολοένα και πιο φανερό ότι το ενδιαφέρον του δεν περιορίζεται στις μάχες των Εθνικών Ομάδων ποδοσφαίρου μέσα στο γήπεδο. Όπως συμβαίνει διαχρονικά με τις μεγαλύτερες αθλητικές διοργανώσεις, έτσι και το φετινό Μουντιάλ εξελίχθηκε σε πεδίο όπου διασταυρώθηκαν οικονομικά συμφέροντα, πολιτικές επιδιώξεις και γεωστρατηγικοί ανταγωνισμοί, επιβεβαιώνοντας ότι ο αθλητισμός μόνο ουδέτερος ή πολιτικά αποφορτισμένος δεν είναι.
Πίσω από τη διοργάνωση κρύβεται μια τεράστια βιομηχανία δισεκατομμυρίων δολαρίων. Η FIFA, η Διεθνής Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία, ο ανώτατος οργανισμός διοίκησης του ποδοσφαίρου παγκοσμίως, εισπράττει έσοδα-ρεκόρ από δικαιώματα τηλεοπτικής μετάδοσης και χορηγίες πολυεθνικών κολοσσών, ενώ οι χώρες-διοργανώτριες (ΗΠΑ, Καναδάς, Μεξικό) επένδυσαν δισεκατομμύρια σε υποδομές που, όπως δείχνει η εμπειρία από προηγούμενα Μουντιάλ, σπάνια αποδίδουν αντίστοιχο όφελος στους πραγματικούς εργαζόμενους που τις έχτισαν. Το θέαμα, δηλαδή, είναι πρωτίστως εμπορικό προϊόν και πάνω σε αυτήν τη βάση χτίζει το περιβάλλον του.
Ένα από τα παράδοξα του φετινού Μουντιάλ, που είναι όμως και ενδεικτικό για τον τρόπο που αντιμετωπίζεται το ποδόσφαιρο, ως μία ατέλειωτη πηγή εσόδων για κάθε είδους «επενδυτή», ήταν το κόστος να παρκάρεις το αυτοκίνητό σου έξω από το γήπεδο SoFi του Λος Άντζελες όπου η τιμή του πάρκινγκ έφτανε τα 300 δολάρια. Ξεπερνούσε, δηλαδή, σε αρκετές περιπτώσεις, τις τιμές των φθηνών εισιτηρίων του ίδιου του αγώνα. Άλλωστε, οι τιμές των εισιτηρίων προκαλούν από μόνες τους ίλιγγο και αντικειμενικά αποκλείουν όσους βγάζουν τον μήνα με τον μισθό τους…
Όταν το VAR δε βλέπει τον “στόχο”…
Σε μια περίοδο κατά την οποία οι ιμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί οξύνονται, οι πολεμικές εστίες πολλαπλασιάζονται και οι κυβερνήσεις προετοιμάζουν τους λαούς για νέες πολεμικές αναμετρήσεις, το Μουντιάλ προσφέρει ένα μοναδικό εργαλείο ιδεολογικής χειραγώγησης. Η δύναμη που διαθέτει το ποδόσφαιρο να κινητοποιεί εκατομμύρια ανθρώπους, να προκαλεί έντονα συναισθήματα ταύτισης και να καλλιεργεί την αίσθηση της συλλογικής συμμετοχής μετατρέπεται σε πολύτιμο “κεφάλαιο” για κάθε αστική τάξη.
Δεν είναι τυχαίο ότι γύρω από κάθε εθνική ομάδα οικοδομείται ένα αφήγημα «εθνικής ενότητας», όπου οι ταξικές αντιθέσεις, οι κοινωνικές ανισότητες και τα καθημερινά προβλήματα εξαφανίζονται προσωρινά πίσω από τη σημαία, τον εθνικό ύμνο και την επιδίωξη της αγωνιστικής επιτυχίας. Εργαζόμενοι και μεγάλοι επιχειρηματικοί όμιλοι εμφανίζονται ως μέλη της ίδιας «εθνικής οικογένειας», με κοινά συμφέροντα και κοινό στόχο τη διάκριση της χώρας τους. Πρόκειται για μια εικόνα που ελάχιστη σχέση έχει με την πραγματικότητα των ταξικών κοινωνιών, αλλά εξυπηρετεί διαχρονικά την εμπέδωση της λεγόμενης «εθνικής ομοψυχίας», στην κολυμπήθρα της οποίας νομίζουν ότι μπορούν να ξεπλένονται από πολεμοχαρείς ιμπεριαλιστές ηγέτες μέχρι έκπτωτοι ή εν ενεργεία βασιλιάδες.
Δεν είναι η πρώτη φορά που ένα Μουντιάλ λειτουργεί ως πολιτικό εργαλείο νομιμοποίησης αυτής της άνισης σχέσης. Το πιο ακραίο ιστορικό παράδειγμα παραμένει το Μουντιάλ της Αργεντινής το 1978, το οποίο διοργανώθηκε από τη στρατιωτική χούντα εν μέσω βασανιστηρίων, εξαφανίσεων και δολοφονιών χιλιάδων αντιφρονούντων. Η κατάκτηση του τροπαίου από την «Αλμπισελέστε» χρησιμοποιήθηκε συστηματικά από το καθεστώς για να προβάλει μια εικόνα εθνικής υπερηφάνειας που συγκάλυπτε την κρατική τρομοκρατία.
Στην ιστορία, επίσης, έχει μείνει, ως μία από τις μεγαλύτερες διαιτητικές σφαγές, ο αποκλεισμός της ΕΣΣΔ από το Μουντιάλ του 1986. Η Σοβιετική εθνική ομάδα ποδοσφαίρου, υπό τις οδηγίες του Βαλερί Λομπανόφσκι, του «μετρ της ακρίβειας», ενός προπονητή που καθιέρωσε ως χαρακτηριστικά της ομάδας του την αγωνιστική πειθαρχία και την αλληλοκάλυψη, εντυπωσίασε στους πρώτους αγώνες του ομίλου της παίζοντας καταπληκτικό ποδόσφαιρο και σκοράροντας 9 γκολ στα πρώτα 3 παιχνίδια της. Η ΕΣΣΔ φάνταζε στα μάτια του ποδοσφαιρικού πλανήτη ως το απόλυτο φαβορί για την κατάκτηση του τίτλου, όμως, στον νοκ άουτ αγώνα της με αντίπαλο το Βέλγιο, ο Σουηδός διαιτητής Φρέντρικσον έκλεισε τα μάτια σε 2 γκολ οφσάιντ των Βέλγων και διαμόρφωσε το τελικό 4-3 υπέρ τους. Ο συγκεκριμένος αγώνας έμελλε να μείνει στη συνείδηση των ποδοσφαιρόφιλων ως μία από τις μεγαλύτερες αδικίες στην ιστορία των Μουντιάλ…
Πιο πρόσφατα, το Κατάρ, το 2022, επένδυσε δεκάδες δισεκατομμύρια δολάρια για να αγοράσει ένα διεθνές κύρος, ενώ χιλιάδες μετανάστες εργάτες πέθαναν κατασκευάζοντας τα γήπεδα που φιλοξένησαν το Παγκόσμιο Κύπελλο το 2022.
Το φετινό Μουντιάλ δεν αποτελεί εξαίρεση σε αυτή την παράδοση, απλώς προσαρμόζει τη λειτουργία της «εθνικής συσπείρωσης» στις σημερινές γεωπολιτικές συνθήκες. Άλλωστε, μία από τις διοργανώτριες χώρες, το κράτος των ΗΠΑ, ήταν αυτό που κατά τη διάρκεια του Μουντιάλ εξαπέλυε απανωτές επιθέσεις στο Ιράν. Το ξέσπασμα του Ιρανού ποδοσφαιριστή, Μεχντί Ταρέμι, κατά της FIFA είναι αποκαλυπτικό, με τα περισσότερα παράπονά του να έχουν να κάνουν με την απίστευτη ταλαιπωρία και τους εξαντλητικούς ελέγχους που υφίστατο η αποστολή του Ιράν, αφού δεν μπορούσε να διαμένει στην Αμερική λόγω της εμπόλεμης κατάστασης και των σχετικών απαγορεύσεων που επέβαλε η κυβέρνηση Τραμπ κατά την είσοδό τους στη χώρα. Ο Ιρανός ποδοσφαιριστής κατηγόρησε τη FIFA ότι δεν έκανε τίποτα για να προστατεύσει την αποστολή των Ιρανών.
Παράλληλα, χαρακτηριστικό είναι και ό,τι εκτυλίχθηκε στον ημιτελικό της Αργεντινής. Μετά τη νίκη της «Αλμπισελέστε», ποδοσφαιριστές και φίλαθλοι ύψωσαν πανό με το σύνθημα «Las Malvinas son Argentinas» (=Οι Μαλβίνες ανήκουν στην Αργεντινή), επαναφέροντας στο προσκήνιο τη διαχρονική διαμάχη με τη Βρετανία για τα νησιά Φώκλαντ (Μαλβίνες). Η αντίδραση της βρετανικής κυβέρνησης ήταν άμεση, με τον πρωθυπουργό, Κιρ Στάρμερ, να ζητά από τη FIFA να διερευνήσει το περιστατικό, επιβεβαιώνοντας πώς ένας ποδοσφαιρικός αγώνας μετατρέπεται σε πεδίο έκφρασης γεωπολιτικών ανταγωνισμών. Η αποικιοκρατική εκκρεμότητα των Φώκλαντ δεν έμεινε έξω από το γήπεδο, μπήκε στις εξέδρες, στους πανηγυρισμούς και στη διεθνή πολιτική αντιπαράθεση.
Εθνικισμός και ρατσισμός στις εξέδρες του Μουντιάλ
Φυσικά, οι αγώνες του Παγκοσμίου Κυπέλλου είναι και μία πρώτης τάξεως ευκαιρία το πολιτικό προσωπικό της αστικής τάξης να δείξει ότι ταυτίζεται σε κάτι με την εργατική τάξη, γιατί είναι δεδομένο ότι σε οποιαδήποτε άλλη έκφραση της ζωής δεν υπάρχει ταύτιση συμφερόντων μεταξύ εκμεταλλευτή και εκμεταλλευόμενου. Αυτή η αξιοποίηση του φίλαθλου αισθήματος αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε συνθήκες γενικευμένης πολεμικής προετοιμασίας. Ο εθνικός ανταγωνισμός στο γήπεδο, παρότι δεν ταυτίζεται με τις πραγματικές στρατιωτικές ή οικονομικές συγκρούσεις, δημιουργεί πρόσφορο έδαφος για την ενίσχυση εθνικιστικών αντανακλαστικών και για την προβολή αφηγημάτων περί «εθνικής ανωτερότητας», «ιστορικής αποστολής» ή «υπεράσπισης της πατρίδας». Δεν είναι άλλωστε λίγες οι φορές που πολιτικές ηγεσίες επιχειρούν να ταυτιστούν με τις επιτυχίες των εθνικών ομάδων, μετατρέποντας μια αθλητική διάκριση σε στοιχείο πολιτικής νομιμοποίησης της δράσης τους.
Όταν όμως ξεχειλίζει η εθνική «υπερηφάνεια», δεν αργούν να βγουν από τις τρύπες τους κάθε λογής εθνικιστικά απολειφάδια. Χαρακτηριστικά είναι όσα εκτυλίχθηκαν κατά τη διάρκεια της φετινής διοργάνωσης γύρω από την Εθνική Γαλλίας, τα οποία δείχνουν πόσο εύκολα η έξαρση της “εθνικής ομοψυχίας” μετατρέπεται σε όχημα μισαλλοδοξίας. Οι ρατσιστικές αναφορές του πρώην πρωθυπουργού της Ισπανίας, Μαριάνο Ραχόι, ότι η γαλλική ομάδα αγωνίζεται «χωρίς Γάλλους», επειδή πολλοί διεθνείς προέρχονται από οικογένειες μεταναστών στη Γαλλία, έχουν αφρικανική ή άλλη καταγωγή κ.λπ., προκάλεσαν έντονες αντιδράσεις σε Γαλλία και Ισπανία, αναδεικνύοντας ότι το ποδόσφαιρο γίνεται εύκολα όχημα αναπαραγωγής ξενοφοβικών και ρατσιστικών αντιλήψεων.
Το ίδιο μοτίβο επιβεβαιώνεται και σε επίπεδο κρατικών υποδομών, αφού διεθνή δημοσιεύματα ανέδειξαν ότι για μετακινήσεις της στο εσωτερικό των ΗΠΑ η αποστολή της Γαλλίας χρησιμοποίησε αεροσκάφη της εταιρείας GlobalX, η οποία είναι γνωστή για τη συμμετοχή της σε πτήσεις απέλασης μεταναστών για λογαριασμό της ICE. Ανεξάρτητα από τις ευθύνες της ίδιας της ομάδας, το γεγονός ανέδειξε με χαρακτηριστικό τρόπο πώς ακόμη και οι υποδομές ενός παγκόσμιου αθλητικού θεάματος διαπλέκονται με μηχανισμούς κρατικής καταστολής και μεταναστευτικής πολιτικής. Η ίδια η «γιορτή» του ποδοσφαίρου στηρίζεται, έστω και έμμεσα, με έναν σκληρό και αδίστακτο μηχανισμό απελάσεων, την ίδια ώρα που η εθνική Γαλλίας δεχόταν επιθέσεις για την καταγωγή των ποδοσφαιριστών της.
Την ίδια στιγμή, ο ρατσιστικός λόγος δεν περιορίστηκε στην Ευρώπη. Δημόσιες παρεμβάσεις από πολιτικά πρόσωπα της Παραγουάης με προσβλητικές αναφορές σε βάρος του αρχηγού της Εθνικής Γαλλίας, Κιλιάν Εμπαπέ, και συνολικά της γαλλικής ομάδας προκάλεσαν διεθνείς αντιδράσεις, αποδεικνύοντας ότι οι αντιλήψεις περί «φυλετικής καθαρότητας» και «γνήσιας, εθνικής εκπροσώπησης» εξακολουθούν να αξιοποιούνται στον δημόσιο λόγο ακόμη και με αφορμή ένα ποδοσφαιρικό γεγονός, η δημοφιλία του οποίου κάνει διάφορους αντιδραστικούς κύκλους να το εκμεταλλεύονται χύνοντας το ρατσιστικό τους δηλητήριο και βάζοντας στο επίκεντρο της συζήτησης τη δική τους ατζέντα.
Διψούν για κέρδη…
Τα παράδοξα, όμως, συνεχίστηκαν ακόμα και μέσα στις τέσσερις γραμμές του γηπέδου, καθώς η εμπορευματοποίηση του θεάματος δε μένει μόνο στο επίπεδο των χορηγιών και των τηλεοπτικών δικαιωμάτων, εισβάλλει πλέον και μέσα στον ίδιο τον αγώνα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η καθιέρωση των λεγόμενων «διαλειμμάτων ενυδάτωσης» σε κάθε ημίχρονο, τα οποία έχουν προκαλέσει τη χλεύη και την οργή μεγάλου μέρους των φιλάθλων. Επίσημα παρουσιάζονται ως μέτρο προστασίας της υγείας των παικτών, λόγω της ζέστης, όμως το χρονικό τους σημείο, στη μέση των ημιχρόνων, και η χρονική διάρκεια των τριών λεπτών, δεν αφήνει περιθώρια αυταπάτης. Ούτε φυσικά οι καιρικές συνθήκες ήταν τέτοιες σε όλους τους αγώνες που να δικαιολογούν το υποχρεωτικό σταμάτημα του παιχνιδιού. Πρόκειται για ακόμη μία απόδειξη ότι το ίδιο το παιχνίδι, η ροή του, ο ρυθμός του, διαμορφώνεται πλέον με βάση τις ανάγκες της διαφημιστικής βιομηχανίας και όχι τις ανάγκες του αθλήματος ή των φιλάθλων. Το «θέαμα» αποκαλύπτεται, ακόμη πιο ωμά, ως εμπόρευμα, διαμορφωμένο γύρω από τη μεγιστοποίηση του κέρδους των λίγων…
Αυτά τα διαλείμματα είχαν επιχειρήσει να επιβάλουν οι Αμερικανοί διοργανωτές και το 1994, όταν και είχαν φιλοξενήσει ξανά το Παγκόσμιο Κύπελλο. Τότε, μάλιστα, εκείνη τους η απόπειρα είχε προκαλέσει την έντονη αντίδραση ποδοσφαιριστών, μεταξύ των οποίων και του Ντιέγκο Μαραντόνα, όπως και της ίδιας της FIFA, που εν τέλει είχε αρνηθεί το αίτημα των Αμερικανών.
Όμως, 32 χρόνια μετά, τα πράγματα έχουν αλλάξει σε τέτοιο βαθμό που η παρασιτική κυριαρχία του χρήματος στον αθλητισμό μπορεί και επιβάλλει τους δικούς της κανόνες.
Όταν οι ιμπεριαλιστές γράφουν τους κανόνες του παιχνιδιού…
Ένα περιστατικό, που αποκαλύπτει, με τον πιο κυνικό τρόπο, πόσο ψευδής είναι η επίκληση περί «ουδετερότητας» και «καθαρότητας» των κανόνων στο ποδόσφαιρο, είναι η υπόθεση του Folarin Balogun. Ο επιθετικός της Εθνικής των ΗΠΑ αποβλήθηκε με απευθείας κόκκινη κάρτα σε αγώνα κόντρα στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη, γεγονός που, σύμφωνα με τον κανονισμό της διοργάνωσης, θα του στερούσε αυτόματα τη συμμετοχή στον επόμενο αγώνα κόντρα στο Βέλγιο. Λίγες ημέρες αργότερα, όμως, η FIFA ανακοίνωσε ότι η τιμωρία «ανεστάλη» για δοκιμαστική περίοδο ενός έτους, επικαλούμενη διάταξη που της επιτρέπει κατ’ εξαίρεση να αναστέλλει την εκτέλεση πειθαρχικών ποινών. Μια απόφαση που ήρθε ύστερα από προσωπικό τηλεφώνημα του προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, στον πρόεδρο της FIFA, Τζάνι Ιφαντίνο, με αίτημα να επανεξεταστεί η κάρτα.
Η αντίδραση ήταν άμεση και διεθνής: η UEFA κατήγγειλε ότι η FIFA «διέσχισε μια κόκκινη γραμμή», η Βελγική Ομοσπονδία Ποδοσφαίρου μίλησε για ευθεία παραβίαση του πειθαρχικού κώδικα, ενώ ο πρώην πρόεδρος της ίδιας της FIFA, Σεπ Μπλάτερ, σχολίασε δηκτικά ότι οι κόκκινες κάρτες δεν ανατρέπονται με πολιτικά τηλεφωνήματα, αλλά με κανόνες, στοιχεία και …ανεξάρτητα όργανα, αναρωτώμενος πού οδηγεί τελικά τον ποδοσφαιρικό κόσμο μια λογική σαν αυτή. Ο Μπαλογκάν τελικά έπαιξε κανονικά, αλλά αυτό δεν εμπόδισε το Βέλγιο να φορτώσει με τέσσερα γκολ στο κεφάλι τις ΗΠΑ και να τις αποκλείσει από τη συνέχεια του τουρνουά, αποδίδοντας δικαιοσύνη μέσα στο χορτάρι.
Δεν είναι όμως η πρώτη φορά που ο Ιφαντίνο επιδεικνύει την… «εγγύτητά» του με τον Αμερικανό πρόεδρο. Λίγους μήνες νωρίτερα του είχε απονείμει το πρώτο «Βραβείο Ειρήνης» της FIFA, έναν θεσμό που δημιούργησε ειδικά για την περίσταση, ειδικά για να βραβεύσει τον Τραμπ δηλαδή.
Η υπόθεση Μπαλογκάν είναι η πιο ανάγλυφη απόδειξη ότι το ίδιο το ρυθμιστικό πλαίσιο του παγκόσμιου ποδοσφαίρου κάμπτεται μπροστά στην πολιτική ισχύ, επιβεβαιώνοντας ότι ακριβώς ο αθλητισμός δεν είναι ούτε μπορεί να είναι ανεξάρτητος από τη γεωπολιτική και τα συμφέροντα που τον περιβάλλουν.
Η πραγματικότητα πάντα γκρεμίζει το “no politica”…
Την ίδια ώρα, χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από τα υπερσύγχρονα στάδια της Βόρειας Αμερικής, ο πόλεμος συνέχιζε να υπενθυμίζει ότι η πραγματικότητα δε σταματά, επειδή ξεκίνησε το Μουντιάλ. Στη Γάζα, ισραηλινή επιδρομή χτύπησε περιοχή όπου είχαν οργανωθεί δημόσιες προβολές αγώνων του Παγκοσμίου Κυπέλλου, σκοτώνοντας, μεταξύ άλλων, Αιγύπτιο αξιωματούχο που συμμετείχε στην οργάνωσή τους και παιδιά που βρίσκονταν στο σημείο. Μια στιγμή, που για πολλούς αποτελούσε ανάσα από τη φρίκη του πολέμου, μετατράπηκε μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα σε ακόμη μία τραγωδία, υπενθυμίζοντας ότι, πίσω από τη γιορτή του θεάματος, οι ιμπεριαλιστές για τα συμφέροντά τους συνεχίζουν να σφαγιάζουν τους λαούς. Ο στόχος του δολοφονικού κράτους του Ισραήλ ήταν ένας άνθρωπος που έδινε μερικές ανάσες ανεμελιάς μέσα στη φρίκη της γενοκτονίας, ένας άνθρωπος που προσπάθησε να δώσει λίγη χαρά, μέσω της παρακολούθησης των αγώνων ποδοσφαίρου, σε έναν λαό που δεινοπαθεί κάτω από την μπότα του κατοχικού στρατού.
Η υποτιθέμενη «ουδετερότητα» και το «διάλειμμα από την πραγματικότητα», που υπόσχεται ο αθλητισμός, καταρρέουν ακριβώς τη στιγμή που ο πόλεμος διαπερνά ακόμη και τον ελάχιστο χώρο ανάπαυλας που είχαν καταφέρει να κλέψουν οι άνθρωποι αυτοί μέσα στη γενοκτονία. Αποδεικνύεται με κρότο ότι δεν υπάρχει “no politica”…
Το πιο μεγάλο παιχνίδι δεν παίζεται στο γήπεδο…
Είναι χαρακτηριστικό ότι όλες αυτές οι εξελίξεις δεν αποτελούν «παραφωνίες» μιας κατά τ’ άλλα αθλητικής και άρα όχι πολιτικής διοργάνωσης. Αντιθέτως, αποτυπώνουν τον τρόπο με τον οποίο το κορυφαίο ποδοσφαιρικό γεγονός του πλανήτη αλληλεπιδρά με τις ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις. Το Μουντιάλ διεξάγεται σε έναν κόσμο όπου ο ανταγωνισμός για αγορές, δρόμους μεταφοράς ενέργειας και εμπορευμάτων, πρώτες ύλες και γεωπολιτική επιρροή εντείνεται και όχι σε ένα πολιτικό ή κοινωνικό κενό, ενώ ταυτόχρονα οι κυβερνήσεις αναζητούν διαρκώς τρόπους ενίσχυσης της κοινωνικής συναίνεσης και της εθνικής συσπείρωσης γύρω από έναν, υποτίθεται, εθνικό σκοπό.
Από τα διαφημιστικά διαλείμματα που ντύνονται με το άλλοθι της «ενυδάτωσης» μέχρι το τηλεφώνημα ενός προέδρου που επηρεάζει την έκβαση ενός αγώνα, από τα ρατσιστικά σχόλια πολιτικών μέχρι τις βόμβες που πέφτουν πάνω σε μια οθόνη προβολής στη Γάζα, όσο πιο δυνατά χειροκροτεί ο κόσμος ένα γκολ, τόσο πιο βαθιά κρύβεται από πίσω η δουλειά που κάνουν κυβερνήσεις, οικονομικά συμφέροντα και κρατικοί μηχανισμοί για να μετατρέψουν αυτό ακριβώς το χειροκρότημα σε πολιτικό και ιδεολογικό “όπλο”.
Ακόμα και η μεγαλειώδης, πιθανόν ύστατη, αφού έχει πατήσει τα 39 χρόνια, παράσταση του Αργεντίνου μάγου, Λιονέλ Μέσι, που εδραιώνει την αστείρευτη ποδοσφαιρική του κλάση καθοδηγώντας την Αργεντινή σε δεύτερο διαδοχικό τελικό, υποτάσσεται μπροστά στη μεγάλη εικόνα των ανταγωνισμών και της εκμετάλλευσης του ποδοσφαίρου προς όφελος των σχεδιασμών της άρχουσας τάξης. Άλλωστε, η δήλωση του προέδρου της FIFA ότι θα παραδώσει το τρόπαιο στην πρωταθλήτρια κόσμου μαζί με τον πρόεδρο Τραμπ το μαρτυρά.
Γι’ αυτό και πίσω από τα γκολ, τα τρόπαια και τις πανηγυρικές εικόνες, εκτός από την αγάπη εκατομμυρίων ανθρώπων για το ποδόσφαιρο, βρίσκεται και η διαρκής προσπάθεια αξιοποίησης αυτού του αισθήματος από κυβερνήσεις, οικονομικά συμφέροντα και κρατικούς μηχανισμούς, που επιχειρούν να το μετατρέψουν σε μέσο πολιτικής και ιδεολογικής επιρροής. Η μπάλα εξακολουθεί να κυλάει στο χορτάρι, όμως γύρω της παίζονται παιχνίδια πολύ μεγαλύτερα από τα ενενήντα λεπτά ενός ποδοσφαιρικού αγώνα…



